Ορθόδοξες ανθοδέσμες - Greek Flowers of Orthodoxy 36

 






Ορθόδοξες ανθοδέσμες

Greek Flowers of Orthodoxy 36


ORTHODOX CHRISTIANITY – MULTILINGUAL ORTHODOXY – EASTERN ORTHODOX CHURCH – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ​SIMBAHANG ORTODOKSO NG SILANGAN – 东正教在中国 – ORTODOXIA – 日本正教会 – ORTODOSSIA – อีสเทิร์นออร์ทอดอกซ์ – ORTHODOXIE – 동방 정교회 – PRAWOSŁAWIE – ORTHODOXE KERK -​​ නැගෙනහිර ඕර්තඩොක්ස් සභාව​ – ​СРЦЕ ПРАВОСЛАВНО – BISERICA ORTODOXĂ –​ ​GEREJA ORTODOKS – ORTODOKSI – ПРАВОСЛАВИЕ – ORTODOKSE KIRKE – CHÍNH THỐNG GIÁO ĐÔNG PHƯƠNG​ – ​EAGLAIS CHEARTCHREIDMHEACH​ – ​ ՈՒՂՂԱՓԱՌ ԵԿԵՂԵՑԻՆ​​ / Abel-Tasos Gkiouzelis - https://gkiouzelisabeltasos.blogspot.com - Email: gkiouz.abel@gmail.com - Feel free to email me...!

♫•(¯`v´¯) ¸.•*¨*
◦.(¯`:☼:´¯)
..✿.(.^.)•.¸¸.•`•.¸¸✿
✩¸ ¸.•¨ 



«Ὅταν οἱ ἰατροί εἶχαν πλέον ἀποκλείσει [γιά τή Θεανώ, τή μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου-Μακρυνοῦ] κάθε ἐλπίδα γιά θεραπεία ἤ βελτίωσι τῆς ἀσθενείας της, οἱ γονεῖς της ἐπιστρέφοντας ἀπογοητευμένοι ἀπό κάποια ἰατρική ἐξέτασι, ἀγόρασαν στή μικρή ἕνα μπαλόνι, γιά νά παρηγορηθῆ παίζοντας.
Ἐνῶ, ὅμως, ἔπαιζε καί χαιρόταν, τό μπαλόνι ξέφυγε ἀπ᾽ τό ἀδύναμο χέρι της καί μέ θλίψι τό κοιτοῦσε νά ἀνεβαίνη στόν οὐρανό. Τό γεγονός αὐτό τήν ὡρίμασε πρόωρα, καί ἔλεγε ἀργότερα: "Τότε σκέφθηκα ὅτι ὅλες οἱ χαρές τῆς γῆς εἶναι πρόσκαιρες".
Ἐν τούτοις, ἔχοντας ἀκράδαντον πίστιν καί δοξολογίαν πρός τόν Θεόν, ἐνίσχυε τόν ἑαυτόν της λέγοντας: "Κοίταξε, Θεανώ, πόσο ὡραία εἶναι ἡ φύσις, τά δένδρα, ὁ οὐρανός! Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον!".
Καί ὁ Θεός τήν στήριζε μέ ὑπέρμετρον θάρρος, ἐλπίδα, γενναιότητα καί ἀγάπη πρός πάντας»(ΓΜ, 22).

<>




«Μία πελάτισσα, πού ψώνιζε μέ δόσεις, τόλμησε νά τήν συκοφαντήση τή Θεανώ, τήν μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου-Μακρυνοῦ, λέγοντας στόν καταστηματάρχη ὅτι εἶχε πληρώσει τό χρέος της, ἀλλά ἡ ταμίας εἶχε σφετερισθῆ τό χρηματικό ποσό, χωρίς νά τό σβήση ἀπ᾽ τό λογαριασμό της.
Ἐκεῖνος, γνωρίζοντας τόν κρυστάλλινο χαρακτήρα τῆς Θεανοῦς, ἔδιωξε μέ ἀγανάκτησι τήν πελάτισσα λέγοντας:
—Δέν ντρέπεσαι; Ἐσύ θά μου κατηγορήσης τό ἅγιο αὐτό κορίτσι, πού τό ξέρει καί τό καμαρώνει ὅλος ὁ κόσμος;!
Τότε ὁ παπα-Ἠλίας τήν συμβούλευσε νά ἀφήση τήν ἐργασία στό κατάστημα, γιά νά μήν ἔχη κοσμικούς περισπασμούς»(ΓΜ, 42).

<>




«Κάποια χρονιά στό Τριήμερο, ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου-Μακρυνοῦ ἦταν ἄρρωστη καί κλινήρης μέ πολύ ὑψηλό πυρετό. Ὅταν οἱ ἀδελφές προσπάθησαν νά τήν ἀνακουφίσουν, ἐκείνη ἀρνήθηκε νά δεχθῆ ὁποιαδήποτε παρηγορία, ἔστω καί λίγο νερό.
Παρά τήν ἐξάντλησι πού αἰσθανόταν γενικά ἀπ᾽ τήν πολυχρόνιο ἄσκησι, ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη της ὑπερνικοῦσε τήν κόπωσι. Ἔλεγε: "Ἔχω μάθει στή ζωή μου νά βολεύωμαι μέ ὅλες τίς συνθῆκες"»(ΓΜ, 57).

<>





Ἀφηγεῖται ἡ ἀδελφή Ἐ.: «Ὅταν ἤμουν μαθήτρια Λυκείου, ἐπισκέφθηκα τό Μοναστήρι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου-Μακρυνοῦ γιά τό Τριήμερο (τριήμερος τελεία νηστεία, στήν ἀρχή τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, χωρίς νερό καί φαγητό).
Τήν Καθαρά Τρίτη πῆγα στό ἐργαστήριο τῆς Μονῆς, ὅπου ἦταν καί ἡ Γερόντισσα Μακρίνα. Μόλις μέ εἶδε, μοῦ εἶπε: 
—Ἔλα νά συζητήσουμε.
Τότε σκέφθηκα: Ἀφοῦ εἶναι νηστική, τό στόμα της θά μυρίζη.
Κάθησα, λοιπόν, ἀπέναντί της, καί ὅση ὥρα μοῦ μιλοῦσε, ἔνοιωθα νά ἐξέρχεται ἀπό τό στόμα της μία λεπτή εὐωδία!...»(ΓΜ, 70).

<>




«Στήν Λάρισσα, στήν οἰκία τῆς ἀδελφῆς Χ., εἶχαν μείνει γιά φιλοξενία ἐννέα ἄτομα: ὁ Παπποῦς [ὁ Γέροντας Δαμασκηνός Κατρακούλης], ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου-Μακρυνοῦ καί μερικοί φίλοι.
Σέ λίγο ἔφθασαν Ἱερεῖς καί μοναχές, καί οἱ φιλοξενούμενοι ἔγιναν δεκαπέντε. Ἡ οἰκοδέσποινα ἀνήσυχη ξεκίνησε νά πάη στήν ἀγορά, διότι τά ψάρια πού διέθετε ἦταν ἐννέα.
Ἡ Γερόντισσα, ὅμως, τῆς εἶπε μέ βεβαιότητα:
—Μήν ἀνησυχεῖς! Δέν χρειάζεται νά πᾶς πουθενά. Τά ψάρια θά φθάσουν...
Ἡ κ. Μ. ἔκανε ὑπακοή καί ὁμολογεῖ ὅτι πράγματι τά ψάρια ἔφθασαν γιά ὅλους!»(ΓΜ, 83).

<>





Γράφει ἡ κ. Γ.: «Μία μέρα, καθώς ἤμουν στό δωμάτιο τοῦ Νοσοκομείου, ἕνα μικρό πουλάκι ἦρθε καί κάθισε στό περβάζι τοῦ παραθύρου μου.
Ἔμεινε ἐκεῖ ἀπό τό πρωΐ μέχρι τό σούρουπο! Τό κοιτοῦσα, καί χωρίς νά καταλαβαίνω τήν αἰτία, ἡ θλίψι μου ξεθώριαζε! Δέν ἔνοιωθα μόνη, εἶχα γαλήνη, μία βαθειά ἐσωτερική ἠρεμία.
Ἀργά τό ἀπόγευμα, μου τηλεφώνησε ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου-Μακρυνοῦ.
—Σήμερα ἤσουν καλύτερα, μοῦ εἶπε. Εἶχες καί ἐπισκέπτη!
Ἀπόρησα. 
—Δέν ἦρθε κανείς, Γερόντισσά μου.
Ἐπέμενε, σάν νά ἔβλεπε. 
—Πῶς δέν ἦρθε; Ἀπ᾽ τό πρωΐ εἶναι ἐκεῖ. Μήν κάνης πῶς δέν καταλαβαίνης...
Μέ πῆραν τά κλάματα... Πόση ἀγάπη, Χριστέ μου!»(ΓΜ, 125).

<>





«Ἡ Ν. Κ. ἐργαζόταν σέ ξενοδοχεῖο. Κάποια μέρα ὁ προϊστάμενος τῆς ἀνακοίνωσε μέ τρόπο στυγνό καί δικτατορικό ὅτι ὁ μισθός της θά μειωθῆ, ἀφοῦ προηγουμένως δεχθῆ, τήν ψευδῆ κάλυψι τῆς παρανομίας, ὅτι τάχα δύο ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος ἔχει "repos", ἐνῶ θά ἐργάζεται, ὅπως καί πρίν!
Τήν ἔπνιγε ἡ ἀδικία, ἡ ἀπάτη καί τό ψεῦδος τῶν κερδοσκόπων... Βρῆκε καταφύγιο στήν προσευχή... Προσευχήθηκε στήν Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου-Μακρυνοῦ, τῆς ὁποίας πολλές φορές εἶχε γευθῆ τήν ἀγάπη...
Τήν εἶδε, λοιπόν, στόν ὕπνο της νά λέη:
— Εἶμαι δίπλα σου. Μή φοβᾶσαι τούς ἀσπλάγχνους ἐκμεταλλευτές τῶν πτωχῶν! Ὁ Κύριος θά βοηθήση...
Πράγματι, σέ σύντομο χρονικό διάστημα, ἡ Ν. βρῆκε ἐργασία σέ κάποιο ἄλλο ξενοδοχεῖο ἐντίμων ἐργοδοτῶν, μέ ἀποδοχές νόμιμες καί δίκαιες»(ΓΜ, 284).

<>




«Στό τέλος τῆς τελετῆς, ὁ Παπποῦς [ὁ Γέροντας Δαμασκηνός Κατρακούλης] καί ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Μονῆς Ἁγ. Ἰωάννου Προδρόμου-Μακρυνοῦ ἀναχώρησαν αὐθημερόν, ἐνῶ προέτρεψαν τήν ἀδελφή νά παραμείνη, μέ τήν προοπτική νά ἐπιστρέψη τήν ἑπομένη μέ τό ὄχημα τοῦ γνωστοῦ Ἱερέως Θ..
Τό βράδυ τῆς ἰδίας ἡμέρας τηλεφωνεῖ ἡ Γερόντισσα καί λέει στήν ἀδελφή νά παρατείνη τήν διαμονή της δύο ἡμέρες ἀκόμη, γιά νά συμπαρασταθῆ στόυς γονεῖς της.
Τήν ἑπομένη, ἐνῶ ὁ Ἱερεύς Θ. ὁδηγοῦσε, τραυματίζεται σέ σοβαρό τροχαῖο, μέ ἀποτέλεσμα νά μείνη ἀνάπηρος.
Ὁ Κύριος, μέ τίς εὐχές τοῦ Παπποῦ καί τῆς Γερόντισσας, διεφύλαξε τήν ἀδελφή, ἀλλά καί τούς γονεῖς της, πού δέν θά εἶχαν τήν δύναμι νά ὑπομείνουν δεύτερο ἀτύχημα»(ΓΜ, 290).

<>

«Ἦταν ἕνας πατέρας, ὁ Γεώργιος, πού εἶχε μία μοναχοκόρη. Τήν ἀγαποῦσε ὅσο τίποτε στόν κόσμο. Τήν μεγάλωσε μέ προσευχές, μέ νηστεῖες, μέ ψαλμωδίες. Κάθε βράδυ τῆς χάιδευε τά μαλλιά καί τῆς ἔλεγε:
—Νά ἀγαπᾶς τόν Χριστό πιό πολύ κι ἀπό ἐμένα.
Ἡ μικρή τοῦ ἔλεγε:
—Μπαμπᾶ, δέν γίνεται! Ἐσένα σέ βλέπω, ἐσένα σέ νιώθω!
Κι ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:
—Μά... μόνο ἄν Τόν ἀγαπήσης πιό πολύ, θά μέ ἀγαπᾶς ἀληθινά.
Τά χρόνια πέρασαν. Ἡ κόρη σπούδασε, άλλαξε, ἀπομακρύνθηκε. Δέν ἤθελε πιά "Θεούς καί Ἐκκλησίες". Κάποια μέρα τοῦ ἔθεσε ἕναν ὅρο:
—Ἄν μέ ἀγαπᾶς, σταμάτα νά μιλᾶς γιά Χριστό. Μπροστά στούς φίλους μου εἶναι ντροπή. Ἄν ξαναπῆς "Κύριος", "Προσευχή", "Ἀνάστασι"... δέν θά μέ ξαναδῆς.
Ὁ Γεώργιος λύγισε. Ἔκλεισε τά μάτια τοῦ καί εἶπε:
—Σοῦ ζητῶ συγγνώμη ἄν σέ πλήγωσα... ἀλλά δέν μπορῶ νά σταματήσω νά ἀγαπῶ Αὐτόν πού μέ δίδαξε νά ἀγαπῶ ἐσένα.
Ἡ κόρη ἔφυγε. Τόν ἔσβησε ἀπ᾽ τή ζωή τῆς. Καί ἐκεῖνος... δέν τῆς ἔστειλε άλλο γράμμα. Τῆς ἔστελνε προσευχές.
Τρία χρόνια ἀργότερα, ἐκείνη χτυπήθηκε ἀπό βαρειά ἀρρώστια. Μόνη, σ᾽ ἕνα νοσοκομεῖο, μέ δάκρυα. Καί τότε θυμήθηκε τόν πατέρα της. Τίς λέξεις του. Τό φῶς τοῦ προσώπου του.
Τόν κάλεσε. Ἐκεῖνος ἔτρεξε. Πῆγε καί δέν τῆς εἶπε οὔτε "στό εἶπα", οὔτε "μέ πλήγωσες".
Τῆς κράτησε τό χέρι καί τῆς ψιθύρισε:
—Παιδί μου, δέν σέ διάλεξα ἀντί τοῦ Χριστοῦ. Σέ κράτησα μέσα στόν Χριστό. Καί τώρα... μαζί Του, θά σωθοῦμε κι οἱ δυό»(https://orthodoxsmile.blogspot.com). <>



«Στό "Γεροντικό" ἀναφέρεται τό ἀκόλουθο περιστατικό γιά τόν ἀββᾶ Ἀγάθωνα. Κατεβαίνοντας στήν πολιτεία κάποτε νά πουλήση τό ἐργόχειρό του, βρῆκε στό δρόμο ἕνα ξένο ἄνθρωπο, ἄρρωστο, δίχως νά τόν προσέχη καί νά τόν κοιτᾶ κανείς. Τόν πῆρε μέ ἀγάπη ὁ Γέροντας καί τόν ἔβαλε σ᾽ ἕνα δωμάτιο, πού νοίκιασε ἐπίτηδες. Ἐκεῖ, κοντά στόν ἄρρωστο, ἔμεινε τέσσερεις μῆνες ὁ ἀββᾶς, πληρώνοντας ἀπ᾽ τό ἐργόχειρό του τό ἐνοίκιο, τήν τροφή καί τά φάρμακα γιά τόν ἄρρωστο, ὥσπου ἐκεῖνος ἔγινε καλά, ὁπότε ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων ἀνεχώρησε "μετ᾽ εἰρήνης" γιά τό κελλί του στήν ἔρημο. (Αὐτά ἄς τ᾽ ἀκοῦνε κι ὅσοι κατηγοροῦν τόν Ὀρθόδοξο Μοναχισμό ὡς "ἀπράγμονα", ἐγωϊστικό καί ἀκοινώνητο)»(ΟΠ, 69). <>



«Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό τό σχετικό γεγονός, πού ἀναφέρει τό Γεροντικό, στό βίο τοῦ ἀββᾶ Παύλου τοῦ ἁπλοῦ. Πῆγε νά προσκυνήση σ᾽ ἕνα μοναστήρι, γειτονικό στή σκήτη του. Ὅταν οἱ μοναχοί ἔμπαιναν γιά την Ἀκολουθία στό ναό, ὁ Παῦλος, ἔχοντας τό χάρισμα νά βλέπη στό βάθος την ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, κοιτοῦσε κι ἔβλεπε βαθειά τούς μοναχούς καθώς ἔμπαιναν ἕνας-ἕνας. Τούς ἔβλεπε νά μπαίνουν μέ λαμπερά πρόσωπα καί τόν ἄγγελό τους δίπλα χαρούμενο. Ἕνας, ὅμως, ἦταν κατάμαυρος καί σκοτεινός, καί πολλοί δαίμονες τόν ἔσερναν μ᾽ ἕνα καπίστρι, περασμένο ἀπό τή μύτη, ἐνῶ ὁ ἄγγελός του ἀκολουθοῦσε ἀπό μακρυά, σκυθρωπός καί καταλυπημένος. Ὁ Παῦλος ἄρχισε νά χτυπᾶ τό στῆθος του καί νά κλαίη, γιά τό δυστυχισμένο ἁμαρτωλό πού εἶδε. Μάταια οἱ μοναχοί τόν ρωτοῦσαν γιά τήν αἰτία τῶν δακρύων του. Σάν τέλειωσε ἡ Ἀκολουθία, ὕστερα ἀπό ἀρκετή ὥρα, ἔβγαιναν πάλι ἕνας-ἕνας οἱ ἀδελφοί τῆς Μονῆς. Ἀλλά, μέ πολλή χαρά, βλέπει κι ἐκεῖνον πού ἦταν κατάμαυρος καί σκοτεινός, νά βγαίνη τώρα λαμπερός στό πρόσωπο καί λευκός στό σῶμα, μέ τόν ἄγγελο δίπλα του ἱλαρό καί χαρούμενο, ἐνῶ οἱ δαίμονες τόν ἀκολουθοῦσαν σκυθρωποί καί λυπημένοι, ἀπό μακρυά. Μέ κραυγές χαρᾶς ὁ ἀββᾶς Παῦλος εὐλογοῦσε τ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὕστερα διηγήθηκε ὅ,τι εἶδε ἐκεῖ στήν εἴσοδο τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλά οἱ ἀδελφοί ἤθελαν νά μάθουν καί νά διδαχθοῦν περισσότερα. Μέ πολλή ἐπιμονή τοῦ Παύλου καί τῶν ἀδελφῶν, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἄνοιξε τό στόμα του καί τούς ἐξήγησε αὐτά πού εἶδε ὁ ἅγιος ἀσκητής. 
—Ἐγώ εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, καί ἀπό πολλά χρόνια ζοῦσα μέσα στήν πορνεία. Μπαίνοντας στήν ἐκκλησία, ἄκουσα τό λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀπ᾽ τό στόμα τοῦ προφήτου Ἠσαΐου, νά μοῦ λέγει: "Λούσασθε, καθαροί γένεσθε, ἀφέλετε τάς πονηρίας ὑμῶν ἀπό τῶν καρδιῶν ὑμῶν, ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, μάθετε καλόν ποιεῖν καί ἐάν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ καί ἐάν θέλητε καί εἰσακούσητέ μου, τά ἀγαθά τῆς γῆς φάγησθε". Τότε στέναξα μέ κατάνυξι καί εἶπα: ὁ Θεός νά κάνη καί σ᾽ ἐμένα τόν ἀνάξιο ἁμαρτωλό, ὅ,τι εἶπε μέ τό στόμα τοῦ προφήτου. Κι ἀποφάσισα νά μήν κάνω καμμιά ἁμαρτία πιά καί καμμιά παρανομία. Καί μ᾽ αὐτή τή συντριβή τῆς μετανοίας καί τήν ἀπόφασι "οὐδέν φαῦλον πράξαι ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ", βγῆκα ἀπό τήν ἐκκλησία»(ΟΠ, 94). <>



«Κάποτε, ὁ μοναχός πού διακονοῦσε στό μαγειρεῖο εἶπε στό Γέροντα, στόν Ὅσιο Παρθένιο τῆς Χίου, νά στείλη κάποιον μοναχό νά φέρη ξύλα. Ἐκεῖνος εἶπε: 
—Παρθένιε, πήγαινε γιά ξύλα. 
Καί ξεκίνησε γιά τό δάσος. Ὅταν τό ἀντιλήφθηκαν οἱ μοναχοί ξεκίνησαν ὁμοθυμαδόν ὅλοι νά κόψουν ξύλα καί ἔφεραν τόση ποσότητα πού δέν ἐπαρκοῦσε γι᾽ αὐτά ὁ καθορισμένος ἀποθηκευτικός χῶρος»(ΣΟ, 15). <>
«Διηγοῦνται ἕνα χαριτωμένο περιστατικό, μέ κάποιον χωρικό πού ἐπισκέφθηκε τόν Ὅσιο Γέροντα Παχώμιο τό Χίο στή σκήτη τῶν Ἁγ. Πατέρων, φέρνοντάς του ὡς δῶρο σταφύλια ἀπ᾽ τό ἀμπέλι του. Ἀφοῦ γέμισε τό καλάθι ὁ χωρικός εἶδε στό ἀμπέλι τοῦ γείτονά του ἕνα ὑπέροχο κλῆμα, τό ὁποῖο καί ἔκοψε καί τό τοποθέτησε πάνω πάνω στό καλάθι, γιά νά τό δοκιμάση πρῶτο ὁ Γέροντας. Τόν ἤξεραν, ἄλλωστε, ὅτι ἦταν ὀλιγοφάγος —περισσότερο γιά νά εὐχαριστήση ἐκεῖνον πού τοῦ ἔφερνε κάτι μπορεῖ νά δοκίμαζε λίγο.
Ὁ Γέροντας εὐχαρίστησε τόν χωρικό καί δοκίμασε ἀπ᾽ τά σταφύλια πού ἦταν παρακάτω, παραμερίζοντας τό λαχταριστό κλῆμα πού ἦταν τοποθετημένο πάνω πάνω.
—Γέροντα, δοκίμασε αὐτό, εἶναι ὑπέροχο, τόν παρότρυνε ὁ χωρικός.
—Εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ εἶπε ἐκεῖνος. Πράγματι, φαίνεται πολύ καλό, ἀλλά εἶναι τοῦ γείτονά σου..., συμπλήρωσε, ὑποδεικνύοντάς του ἔτσι τό πταῖσμα του»(ΣΟ, 20). <>



«Ὁ Ὅσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, μετά τό γεγονός αὐτό, εἶχε κάνει τάμα στόν Ἅγ. Δημήτριο νά παρίσταται καί νά λειτουργῆ στήν ἑορτή του στή Θεσ/νίκη.
Κάποια χρονιά, ὅμως, ἔτυχε νά ἔχη μεγάλη κακοκαιρία, ἀσυνήθιστη γιά τόν Ὀκτώβριο, καί τά πλοῖα δέν μποροῦσαν νά ἀποπλεύσουν ἀπ᾽ τήν Πάρο. Ἔτσι, ἦταν ἀδύνατον γιά τό Γέροντα νά φύγη γιά Πειραιά καί ἀπό ἐκεῖ νά μεταβῆ στή Θεσ/νίκη. Παρέμεινε λοιπόν στό μοναστήρι του, πολύ στενοχωρημένος πού δέν θά μποροῦσε νά ἐκπληρώση τό τάμα του.
Μετά τόν ἑσπερινό, ὁ Γέροντας ἀποσύρθηκε στό κελλί του καί ἄρχισε νά προσεύχεται στόν Ἅγ. Δημήτριο. "Ἅγ. Δημήτριε", τοῦ εἶπε, "δέν μπόρεσα νά ἐκπληρώσω αὐτή τή χρονιά τό τάμα μου, συγχώρεσέ με καί βοήθησέ με".
Καί, ξαφνικά, χωρίς νά καταλάβη πῶς, βρέθηκε μέσα στόν Ναό τοῦ Μάρτυρος, στή Θεσ/νίκη! Ἐν σώματι κανονικά, ὅπως περιγράφει ὁ πανιερώτατος Μητροπολίτης Λεμεσοῦ, πού ἄκουσε τή διήγησι ἀπ᾽ τό στόμα τοῦ ἰδίου τοῦ Ὁσίου Γέροντα Φιλοθέου. Χαιρέτησε τούς παρόντες χωρίς νά πῆ τίποτε σέ κανένα γιά τόν τρόπο ἀφίξεώς του. Οὔτε ἐκεῖνοι τόν ρώτησαν, διότι ἤξεραν ὅτι κάθε χρόνο πήγαινε στήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου. Συμμετεῖχε στόν ἑσπερινό, ἔλαβε μέρος στή Θ. Λειτουργία τήν ἑπομένη καί ὅταν τελείωσαν οἱ ἑορτασμοί ἐπέστρεψε στό μοναστήρι. Καί, ὅπως ἐπιβεβαίωσαν καί οἱ πατέρες τῆς Μονῆς στόν Ἅγιο Λεμεσοῦ, μή βλέποντάς τον τήν ἑπομένη καί βρίσκοντας κλειδωμένη τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ ἀνησύχησαν καί ἔσπασαν τήν πόρτα, γιά νά διαπιστώσουν ἔκπληκτοι ὅτι ὁ Γέροντάς τους ἔλειπε!
Ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ τελειώνει τήν ἀφήγησί του γιά τό γεγονός μέ τήν ἑξῆς χαριτωμένη στιχομυθία μεταξύ τοῦ ἰδίου καί τοῦ Γέροντα Φιλοθέου: "Νομίζοντας ὅτι γύρισε μέ τόν ἴδιο τρόπο πίσω, τόν ρώτησα:
—Πάτερ Φιλόθεε, πῶς ἐπιστρέψατε;
—Παιδί μου, ἀπάντησε ἐκεῖνος, μετά, πῆρα κανονικά τό καράβι καί ἐπέστρεψα. Τήν πρώτη φορά μέ πῆρε ὁ Ἅγιος ἀεροπορικῶς καί μετά ἦρθα μέ τά δικά μου μέσα!»(ΣΟ, 48). <>



«Ὁ Ἅγ. Σάββας ὁ Ἡγιασμένος ἤθελε νά ἐπιστρέψη ἐκεῖ ὅπου πραγματικά ἀνῆκε. Ἐμφανίστηκε λοιπόν "κατ᾽ ὄναρ" στόν Πάπα Παῦλο τόν 6ο καί τοῦ ζήτησε "νά τόν ἐπιστρέψη πίσω στά παιδιά του", στους μοναχούς δηλαδή τῆς Λαύρας πού φέρει τό ὄνομά του. Ὁ Πάπας στήν ἀρχή δέν ἔδωσε σημασία, ὅμως ὁ Ἅγιος ἐπέμεινε ἐπιτακτικά. Ὁπότε ἀναγκάστηκε νά ἐνδώση. Τό σκήνωμα τό παρέλαβε συνοδεία Ἁγιοταφιτῶν, στήν ὁποία ἦταν καί ὁ Γέροντας τῆς Βηθανίας Θεοδόσιος Μάκκος. Οἱ μοναχοί, ὅμως, εἶχαν κάποια ἀμφιβολία ἄν ὁ Πάπας τούς παρέδωσε τό πραγματικό σκήνωμα. Καί τότε ἡ προσευχή τοῦ Γέροντα Θεοδοσίου τούς φανέρωσε τήν ἀλήθεια.
Ὅπως ἀφηγεῖται ὁ π. Χριστόδουλος Δημητρίου στό βιβλίο τοῦ Κλείτου Ἰωαννίδη Γεροντικό τοῦ 20οῦ Αἰῶνος, τό σκήνωμα ἦταν περιβεβλημένο μέ τά ἄμφια τῶν καθολικῶν. Ὅπως ἦταν φυσικό, οἱ Ἁγιοταφίτες πατέρες ἤθελαν νά τά ἀφαιρέσουν καί νά τόν περιβάλουν μέ τό ὀρθόδοξο σχῆμα. Ὡστόσο, αὐτό δέν ἦταν εὔκολο ἐγχείρημα. Ὁ Ἅγιος εἶχε τά χέρια σταυρωμένα στό στῆθος καί τούς διακατεῖχε ὁ φόβος ὅτι τό περίπου 1.500 ἐτῶν ἱερό λείψανο μποροῦσε νά θρυμματιστῆ ἄν ἐπιχειροῦσαν ὁποιαδήποτε κίνησι.
Στήν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα, ὁ Γέροντας Θεοδόσιος ἔσκυψε καί παρακάλεσε τόν Ἅγιο: "Βοήθησέ μας ἐσύ, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, νά μπορέσουμε νά σέ ντύσουμε ὀρθόδοξα".
Μπροστά στά ἔκπληκτα μάτια τῶν μοναχῶν, τό ἄκαμπτο σῶμα ἀπέκτησε τέτοια εὐκαμψία, ὥστε κατόρθωσαν νά τοῦ ἀφαιρέσουν χωρίς δυσκολία τά παπικά ἄμφια καί νά τόν περιβάλλουν μέ τό ὀρθόδοξο μοναχικό σχῆμα, ἔτσι ὅπως τόν βλέπει ὁ προσκυνητής καί σήμερα μέσα στήν ἱερή του λάρνακα»(ΣΟ, 59). <>



Ἀναφέρει ὁ π. Ζωσιμᾶς: «Mια κυρία μοῦ εἶπε ὅτι τό προηγούμενο βράδυ ἐπικαλέστηκε τόν Γέροντα Σίμωνα Ἀρβανίτη, τόν ἀσκητή τῆς Πεντέλης, γιά κάποιο πρόβλημά της, καί ἐκεῖνος μπῆκε στό σπίτι της, τῆς ἔδωσε τή λύσι καί χάθηκε. Ἐγώ τῆς εἶπα ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά συνέβη αὐτό, διότι κλειδώνω τό κελλί τό βράδυ καί κρατάω τό κλειδί, ὥστε νά ἀναγκάζεται ὁ Γέροντας νά μέ ξυπνάη καί νά τόν συνοδεύω ἔξω γιά νά μή χτυπήση, ἀφοῦ δέν βλέπει. Τότε, ὁ Γέροντας φωνάζει ἀπό τό κελλί του:
—Ζωσιμά, ἐσύ πες ὅ,τι θέλεις. Ἐγώ τό βράδυ φεύγω ἀπ᾽ ἐδῶ»(ΣΟ, 68). <>



«Ὁ Γέροντας Γαβριήλ, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἀποστόλου Βαρνάβα, πού εἶχε ἐξομολογηθῆ στόν παπα-Κυπριανό τό Σταυροβουνιώτη ἀπό νεαρή ἡλικία, βεβαιώνει ὅτι ὁ Γέρων Κυπριανός εἶχε καί τό διορατικό καί τό προορατικό χάρισμα: "Σέ ἔβλεπε κατάματα {...} καί πολλές φορές, χωρίς νά μιλήσουμε γιά κάποια πράγματα τήν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως, ὁ παπα-Κυπριανός ἀπό μόνος του μιλοῦσε". Καί περιγράφει τήν πρώτη του ἐξομολόγησι, ὅπως καταγράφεται στό βιβλίο τοῦ Κλείτου Ἰωαννίδη Γεροντικό τοῦ 20οῦ Αἰώνα: "Ἔσκυψα καί τοῦ φίλησα τό χέρι, καί κάθισα ἀπέναντι περιμένοντας νά τελειώση. Μετ᾽ ὀλίγον, ψήλωσε τό βλέμμα. Δέν ξέρω τί νά πῶ, τό βλέμμα του ἤτανε διαπεραστικό. Διάβαζε τί ἤθελε ὁ ἄλλος. Τότε φώναξε κάποιον πατέρα καί τόν παρακάλεσε νά φέρη τόν Εὐεργετινό. Τόν ἔφερε καί μοῦ εἶπε νά διαβάσω.
—Τί νά διαβάσω, πατέρα;
—Ἄνοιξε τό βιβλίο καί μοῦ ἔδειξε νά διαβάσω κάπου. Ὅταν διάβασα βρῆκα ἐκεῖνα τά θέματα γιά τά ὁποῖα πῆγα ἐκεῖ. Στό πρόβλημα πού εἶχα βρῆκα τίς ἀπαντήσεις στό σημεῖο πού διάβασα. Ὅταν τελείωσα τοῦ εἶπα:
—Γέροντα, αὐτά πού ἦλθα νά σοῦ πῶ εἶναι αὐτά πού διάβασα.
Μοῦ λέει:
—Παιδί μου, αὐτά εἶναι ἀποστάγματα Πατέρων, ἀποστάγματα ἀγώνων πνευματικῶν. Ἔλα νά βάλουμε καί τό πετραχήλι, νά σοῦ διαβάσω τήν εὐχή καί νά πηγαίνης.
Ἦταν μιά περίπτωση μοναδική, πού μέ ἐντυπωσίασε. Ἐπρόκειτο γιά διεισδυτικότατο ἄνθρωπο, μέ χάρισμα Θεοῦ. Ὅσα διάβασα ἀπ᾽ τόν Εὐεργετινό, αὐτά ἦταν ὅσα εἶχα νά τοῦ πῶ»(ΣΟ, 76). <>



«Ὁ Ἀνδρέας Χριστοφόρου ἀναφέρει ἕνα θαυμαστό γεγονός πού ἄκουσε ἀπ᾽ τόν ἴδιο τόν Γέροντα Ἀθανάσιο Σταυροβουνιώτη, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκε μέ μιά μεγάλη ὁμάδα Ἑλλαδιτῶν ἱερέων. Ὁ ἐπισκέπτης του τόν παρακάλεσε νά τούς πῆ κάτι γιά πνευματική ὠφέλεια, "θέλοντας νά μας μεταδώση λόγο ζωῆς", ὅπως λέει χαρακτηριστικά. Καί τότε ὁ Γέροντας τούς διηγήθηκε ἕνα μεγάλο θαῦμα πού ἐπιτελέστηκε διά χειρῶν του, τό ὁποῖο ἀπέδωσε στόν Τίμιο Σταυρό, "χωρίς καν νά ὑποπτευθῆ ὅτι ὁμολογοῦσε τήν ἁγιότητά του", ἐπισημαίνει χαρακτηριστικά ὁ Ἀ. Χριστοφόρου: "Ἔφεραν, γυιέ μου, ἕναν Τουρκοκύπριον τυφλό, τζιαί ἔκαμνε μετάνοιες μπροστά στόν Τίμιο Σταυρό. Μόλις κατάλαβε ὅτι ἐστέκουμουν ἐγιώ δίπλα του τζιαί ἐθώρουν τον, εἶπε μου:
—Παπά, ἄλειψέ με μέ λάδι πού τήν καντήλαν τοῦ Σταυροῦ νά δῶ τό φως μου! 
Τόν ἄλειψα, γυιέ μου, τζιαί ἀμέσως ἄμπλεψεν {ἀνέβλεψε, εἶδε}"»(ΣΟ, 90). <>




«Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης γιά τήν ἀγάπη του πῆρε τή Χάρι νά συμπαρίσταται καί ἀπό τόν οὐρανό στίς ἀνάγκες τῶν ἱκετῶν του. Ὑπῆρχε κάποια κοπέλλα μέ μεγάλες ἀνάγκες, ἡ οποία ἐξομολογοῦνταν στόν Γέροντα, καί ἐκεῖνος τή στήριζε καί πνευματικά ἀλλά καί ὑλικά, ἀφοῦ γνώριζε καλά ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύσι εἶναι διφυής καί ἔχει ἀνάγκη καί τά πνευματικά ἀλλά καί τά ὑλικά ἀγαθά. Ἔτσι, ὄχι μόνο προσευχόταν καί στήριζε πνευματικά τους ἐνδεεῖς, ἀλλά, ὡς πραγματικός πατέρας, μεριμνοῦσε πάντοτε καί γιά τήν κάλυψι τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τους.
Ἡ κοπέλλα πού προαναφέραμε, ἔχοντας ποικιλοτρόπως καί πολλές φορές εὐεργετηθῆ ἀπ᾽ τόν π. Εὐσέβιο, τόν ἔνιωθε σάν τό στήριγμά της, σάν πραγματικό της πατέρα, πού τή βοηθοῦσε στίς ἀνάγκες καί τίς ἀπαιτήσεις τῆς δύσκολης καθημερινότητας.
Ὁ Γέροντας τήν 4η Νοεμβρίου 2009 ἐκδήμησε γιά τήν οὐράνια πατρίδα. Μετά τήν κοίμησί του, ἡ γυναίκα αὐτή βρέθηκε καί πάλι σέ δεινή θέσι, ἀφοῦ δέν εἶχε πλέον τόν ἀρωγό καί προστάτη της γιά νά τή βοηθήση. Κάποια στιγμή, ἀπελπισμένη, σήκωσε τά μάτια στόν οὐρανό καί εἶπε:
—Πάτερ, τί θά ἀπογίνω τώρα ἐγώ;
Ἡ ἀπάντησι ἦρθε τό ἑπόμενο κιόλας πρωΐ. Βρῆκε κάτω ἀπ᾽ τήν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἔναν φάκελο πού εἶχε γραμμένο τό ὄνομα "π. Εὐσέβιος". Ἀνοίγοντάς το, ἔμεινε ἄφωνη, καθώς μέσα ὑπῆρχε ἔνα χρηματικό ποσό πού ὄχι μόνο κάλυπτε τά τρέχοντα οἰκονομικά της προβλήματα, ἀλλά εἶχε καί πλεόνασμα. Ὁ πνευματικός της πατέρας εἶχε μεριμνήσει γιά τό ἐμπερίστατο τέκνο του ἀπ᾽ τόν οὐρανό»(ΣΟ, 101). <>




«Ὅπως μᾶς διηγήθηκε ὁ ὑμνογράφος Χ. Μπούσιας, ὁ Ἅγ. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, λαϊκός ἀκόμα τότε, εἶχε τόση οἰκειότητα μέ τούς προστάτες του, ὥστε, ὅταν κλήθηκε τό 1921 νά ὑπηρετήση τή θητεία του, πέρασε πάλι ἀπ᾽ τό ναό, ὅπως συνήθιζε, προσκύνησε τούς Ταξιάρχες καί ἔκανε συμφωνία μαζί τους. "Σᾶς ζητῶ μιά χάρι" τούς εἶπε. "Ἐγώ σᾶς ὑπηρετῶ ἀπό μικρό παιδί. Καθαρίζω τά καντήλια σας, κάνω ὅ,τι μπορῶ. Τώρα πού μέ καλεῖ ἡ πατρίδα, θέλω νά μέ ἐνισχύσετε, νά μέ βοηθήσετε καί νά μέ φέρετε πίσω χωρίς νά μ᾽ ἀγγίξη κανένα κακό. Νά μέ φέρετε σῶο καί ἀβλαβή. Κι ἐγώ σᾶς ὑπόσχομαι νά ὑπηρετήσω τή Χάρι σας μέ ὅλη μου τήν καρδιά. Ἄς μή μοῦ φέρη κωλύματα ἱεροσύνης ἡ στρατιωτική μου θητεία". Καί οἱ Ταξιάρχες ἀνταποκρίθηκαν στό αἴτημα τῆς προσευχῆς τοῦ νεαροῦ στρατιώτη.
Κάποιο βράδυ στή Σμύρνη, ὅταν πιά τό μικρασιατικό μέτωπο πλησίαζε στήν κατάρρευσι πού ὁδήγησε στόν ξεριζωμό καί στή σφαγή, ὁ Δημήτριος ἦταν στή σκοπιά μαζί μέ δύο συναδέλφους του. Ξαφνικά δέχθηκαν ἐπίθεσι ἀπό ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ τουρκικοῦ ἱππικοῦ. Ὁ Δημήτρης φώναξε "Μιχαήλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε με!" καί ἔπεσε σ᾽ ἕνα λαχανόκηπο πού ἦταν δίπλα. Οἱ Τοῦρκοι μπῆκαν στόν κῆπο καί τόν γύρισαν ὁλόκληρο μέ τά ἄλογα. Ὅμως, μιά ὑπερφυσική δύναμι εἶχε κάνει ἀόρατο τόν νεαρό στρατιώτη. Κάποιος πλησίασε μέ τό ἄλογό του στό μισό μέτρο, τό ἄλογο φοβήθηκε, ἀλλά ὁ Δημήτρης δέν ἐντοπίστηκε ἀπ᾽ τούς στρατιῶτες. Ἔμενε καλυπτόμενος ἀπ᾽ τή δύναμι τοῦ Ἀρχαγγέλου, προσευχόμενος, ὥσπου κάποια φωνή ἀπομάκρυνε τούς Τούρκους ἱππεῖς»(ΣΟ, 105). <>
«Κάποια Κυριακή τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1945, ὅταν ὁ Ἐμφύλιος μαινόταν, ἐπέδραμαν ἔφιπποι ἀντάρτες στόν Πλάτανο. Στόχος τους ἦταν κυρίως ὁ Ἅγ. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, ὁ ὁποῖος, μόλις ἀντιλήφθηκε τόν κίνδυνο, χτύπησε τήν καμπάνα καί ἔφυγε πρός τό διπλανό χωριό. Οἱ καβαλάρηδες, ὅμως, τόν πρόφτασαν καί τόν περικύκλωσαν. Ὁ λειτουργός τοῦ Ὑψίστου, στήν κρίσιμη στιγμή, σήκωσε τά χέρια στόν οὐρανό καί φώναξε:
—Μιχαήλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε με, κινδυνεύω!
Καί τότε, ὅπως διηγεῖται ὁ Χ. Μπούσιας, ὁ Ἀρχάγγελος παρουσιάστηκε σάν ἀστραπή, πλησίασε τόν ἐπικεφαλῆς τοῦ ἀποσπάσματος καί ἔκοψε μέ τό σπαθί του τά λουριά τῆς σέλας τοῦ ἀλόγου, ἀνατρέποντας ἔτσι τόν ἀναβάτη. Οἱ ἀντάρτες ἔμειναν ἀποσβολωμένοι, φοβισμένοι, ἀμίλητοι. Ὁ ἀρχηγός τους σηκώθηκε ἀπό τό ἔδαφος καί εἶπε στόν παπα-Δημήτρη:
—Συγχώρεσέ μας, παπά μου. Νά πᾶς στό καλό, ἔχεις ἰσχυρούς προστάτες!»(ΣΟ, 106). <>






«Ἕναν μήνα περίπου πριν ἀπό τήν κοίμησή του, κάλεσε κοντά του ἕνα πνευματικό του παιδί, κληρικό, καί τοῦ εἶπε νά πάρη ἀπό τό συρτάρι του 10.000 δραχμές, ἐξηγώντας του ὅτι θά τίς παραδώση στόν νεωκόρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Χρυσοσπηλαιωτίσσης, ὅπου θά ψαλλόταν ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία του, καί λόγω τῆς μεγάλης προσέλευσης ἀνθρώπων ὁ νεωκόρος θά κοπίαζε ἀρκετά. Ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα ὁ κληρικός νά παραδώση τά χρήματα στόν νεωκόρο, ὑλοποιώντας τήν ἐπιθυμία τοῦ Γέροντα, ἐκεῖνος ξαφνιάστηκε τόσο πολύ πού κόντεψε νά σωριαστῆ λιπόθυμος, λέγοντας χαρακτηριστικά: "Πάτερ μου, μέσα στούς πόνους καί στήν ταλαιπωρία του, ὁ π. Ἐπιφάνιος σκέφτηκε καί τόν δικό μου κόπο;".»(ΣΟ, 117). <>



«Ἕναν μήνα περίπου πριν ἀπό τήν κοίμησή του, ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος κάλεσε κοντά του ἕνα πνευματικό του παιδί, κληρικό, καί τοῦ εἶπε νά πάρη ἀπ᾽ τό συρτάρι του 10.000 δραχμές, ἐξηγώντας του ὅτι θά τίς παραδώση στόν νεωκόρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Χρυσοσπηλαιωτίσσης, ὅπου θά ψαλλόταν ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία του, καί λόγῳ τῆς μεγάλης προσελεύσεως ἀνθρώπων ὁ νεωκόρος θά κοπίαζε ἀρκετά. Ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα ὁ κληρικός νά παραδώση τά χρήματα στόν νεωκόρο, ὑλοποιώντας τήν ἐπιθυμία τοῦ Γέροντα, ἐκεῖνος ξαφνιάστηκε τόσο πολύ πού κόντεψε νά σωριαστῆ λιπόθυμος, λέγοντας χαρακτηριστικά: "Πάτερ μου, μέσα στούς πόνους καί στήν ταλαιπωρία του, ὁ π. Ἐπιφάνιος σκέφτηκε καί τό δικό μου κόπο;"»(ΣΟ, 142). <>





Ἀναφέρει ὁ π. Ἰωάννης Πίτερης: «Ἕνα θαυμάσιο περιστατικό ἔζησα στήν Χίο, ὅταν ὑπηρετοῦσα στρατιώτης. Συνάντησα ἕνα ἀσκητή σ᾽ ἕνα σπήλαιο μακρυά ἀπ᾽ τήν πόλι πού ἦταν ἀπ᾽ ὅλους θαυμαστός. Ἔμεινα μιά ὁλόκληρη νύχτα κοντά του καί τόν παρεκάλεσα νά μοῦ πῆ τή θρυλική ἱστορία του τήν ὁποία ἄκουσα καί ἀπό ἄλλους. Ἐκεῖνος μέ ἀγάπησε καί ἄφησε νά μιλήση ἡ καρδιά του. Μικρό παιδί, εἶπε, ἔπαιζα στή βρύση τοῦ χωριοῦ, ἕνα μεγαλύτερο παιδί τῆς Στ´ Δημοτικοῦ μέ χτύπησε ἀπό ἀπροσεξία στό στῆθος μέ μιά βέργα κι ἔπεσα κάτω νεκρός. Ἡ μητέρα μου χήρα κι ἐγώ μονάκριβο παιδί της σάν ἔμαθε τό περιστατικό ἦρθε στή βρύση, μέ φίλησε μέ δάκρυα κι ἔφυγε γρήγορα. Δέν ἦταν δυνατόν νά ἀντέξη αὐτή τή σκηνή. Οἱ χωριανοί μέ πῆγαν στό σπίτι καί μέ ἑτοίμασαν γιά τήν ταφή. Φώναξαν τόν Ἱερέα τοῦ χωριοῦ καί κάθισαν ὅλη τή νύχτα περιμένοντας νά φανῆ ἡ μητέρα μου. Τό πρωϊ φάνηκε καί ἦταν χαρούμενη, τό πρόσωπό τῆς ὁλόφωτο, μέ ἔπιασε ἀπ᾽ τό χέρι καί μοῦ εἶπε: 
—Παιδί μου ἐσύ εἶσαι μικρό καί πρέπει νά ζήσης. Ἐγώ μπαίνω ἀντί γιά σένα στό θάνατο, τό εἶπε ἡ Παναγία. 
Τήν ὥρα ἀκριβῶς πού ἐγώ σηκωνόμουνα στό φέρετρο αὐτή ἔπεφτε κάτω νεκρή. Τό εἶχε ζητήσει μέ δάκρυα ἀπ᾽ τήν Παναγία. Ὅταν μεγάλωσα ἀκόμη λίγο καί συνειδητοποίησα αὐτό πού συνέβηκε ἦρθα σ᾽ αὐτό τό σπήλαιο καί γονατιστός, ἡμέρα καί νύχτα, προσεύχομαι γιά τήν ἁγία μητέρα μου»(Κανιολάκη Ἰωάννη (ἐπιμ.), "Εἰς Τιμήν καί Μνήμην", π. Ἰωάννης Πίτερης, ἐκδ. Γραφοτεχνικῆς Κρήτης, Ρέθυμνο 2026, 107). <>



«Στό μέρος πού εἶναι χτισμένος σήμερα ὁ Ναός τῆς Ὑπαπαντής στή Λαγκά, τήν περίοδο τῆς Τουρκικῆς σκλαβιᾶς, ἦταν μεγάλα κλαδιά περιπλεγμένα μέ βάτους καί τό μέρος ἦταν δασῶδες καί ἀδιαπέραστο. Πλάι σ᾽ ἐκεῖνο τό σημεῖο ἦταν χτισμένο τό ἀρχοντικό ἑνός Ἀγᾶ, πού ἦταν καί ὁ πλουσιότερος τοῦ χωριοῦ. Κάθε πρωί πού ξυπνοῦσε ἔβλεπε μιά πέρδικα καί καθόταν ἐπάνω σ᾽ ἐκεῖνα τά κλαδιά καί κακάριζε ὧρες ἀτέλειωτες. Πολλές φορές τήν εἶχε σημαδέψει μέ τό ντουφέκι του. Τοῦ κάκου, ὅμως, ἡ πέρδικα ἐξαφανιζόταν καί τό ἄλλο πρωΐ καθόταν στό ἴδιο σημεῖο καί συνέχιζε τό τραγούδι της. Κάποιο ἀνοιξιάτικο πρωϊνό τή σημαδέψε πλειότερο καί σίγουρα τή χτύπησε, διότι εἶδε τά φτερά της πού τινάχτηκαν στόν ἀέρα καί ἐκείνη ἔβγαλε μιά ἀπεγνωσμένη κραυγή. Ἔτρεξε στό μέρος ἐκεῖνο καί τήν ἀναζήτησε, ἀλλά δέν τήν βρῆκε. Εἶδε μόνο διάσπαρτα τά φτερά της, ἀλλά οὔτε αἷμα φάνηκε, οὔτε ἡ πέρδικα πουθενά. Θύμωσε ὁ Τοῦρκος καί ἔβαλε στά βάτα φωτιά καί κάηκε ὅλη ἐκείνη ἡ περιοχή, ἔψαξε μέ πολλή προσοχή στήν ἀποτεφρωμένη περιοχή, μήπως τή βρεῖ, διότι ἡ συμπεριφορά τούτου τοῦ πτηνοῦ ἦταν ἕνα ἀνεξήγητο μυστήριο. Ψάχνοντας εἶδε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μέσα στά ἀποτεφρωμένα δένδρα καί κλαδιά χωρίς νά ἔχη πάθει τίποτε. Τότε κάλεσε τούς Χριστιανούς καί τούς τήν παρέδωσε. Στό σημεῖο ἐκεῖνο βρέθηκαν τά ἐρείπια παλαιοῦ Ναοῦ πού ἦταν προφανῶς ἀφιερωμένος στή Θεοτόκο»(Κανιολάκη Ἰωάννη (ἐπιμ.), "Εἰς Τιμήν καί Μνήμην", π. Ἰωάννης Πίτερης, ἐκδ. Γραφοτεχνικῆς Κρήτης, Ρέθυμνο 2026, 163). <>




Η Χαλκιδική, με τα «τρία πόδια», 
την Κασσάνδρα, 
τη Σιθωνία 
και το Άγιο Όρος 
σε φωτογραφίες από δορυφόρο.

Το παράδοξο είναι 
πως όταν ο κόσμος κοιμάται, 
οι πόλεις είναι φωτισμένες.

Στο Άγιον Όρος τα φώτα είναι σβηστά, 
οι μοναχοί όμως αγρυπνούν 
και προσεύχονται 
κάτω από το χλωμό φως των κεριών.

Ο Άγιος Σωφρόνιος, 
κατά την προσευχή του υπέρ όλου του κόσμου,
ένιωθε την κακία των ανθρώπων 
να βαραίνει σα σκοτεινό σύννεφο την καρδιά του. 

Πρόσθετε όμως ότι, 
αν δεν υπήρχαν άνθρωποι 
που προσεύχονται με ένταση υπέρ του κόσμου, 
η «εξουσία του σκότους» 
θα ισχυροποιούσε την κυριαρχία της 
σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απʼ ό,τι σήμερα 
(Περί προσευχής, 1994, σελ. 93-94). 

Ο Άγιος Βαρσανούφιος είχε πει 
πως οι προσευχές τριών αγίων της εποχής του 
εμπόδιζαν την καταστροφή του κόσμου: 
κάποιου από τους Αγίους Τόπους, 
ενός Ηλία από την Κόρινθο 
και ενός Ιωάννη από τη Ρώμη. 

Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού.  
Οι ξενύχτηδες που φροντίζουν 
όχι να λυθούν ως διά μαγείας 
αυτόματα τα προβλήματά μας, 
αλλά να μένει κάποιο Φως ανοιχτό, 
για να βρίσκουμε το δρόμο μέσα στη Νύχτα 
και να τον δείχνουμε και σε άλλους 
με την αγάπη και την ιεραποστολή μας. 
Οι ξενύχτηδες κάθε νύχτας… 

<>




Ἀναφέρει ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Ἕνα ζευγάρι πού γνώρισα στό μοναστήρι. Ἦταν καί οἱ δύο θαυμάσιοι ἄνθρωποι καί τούς διέκρινε μιά βαθειά ἀγάπη καί ἔντονο ἐνδιαφέρον μεταξύ τους. Ὁ σύζυγος ἦταν ἀνάπηρος, κομμένα καί τά δυό πόδια. Ἡ ἱστορία τους ἦταν συγκινητική.
Ἀρραβωνιάστηκαν πρίν τόν πόλεμο. Κι ἐνῶ ἑτοίμαζαν τό γάμο τους, ξέσπασε ὁ πόλεμος, ὁ ἄντρας ἐπιστρατεύθηκε καί βρέθηκε στά βουνά τῆς Ἀλβανίας. Γύρισε πίσω μέ κρυοπαγήματα, μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ κόψουν τά δυό του πόδια. Μετά τήν ἀποθεραπεία του, κατέβηκε στήν Ἀθήνα. Συνάντησε τήν ἀρραβωνιαστικιά του καί τῆς εἶπε:
—Εἶχα γιά τή ζωή μου ἄλλα ὄνειρα. Τό ξέρεις ὅτι σέ ἀγάπησα πολύ. Κι ἐπειδή σέ ἀγαπῶ ἀκόμη πολύ, δέν θά ἤθελα νά χαραμίσης τή ζωή σου ὑπηρετώντας ἕνα ἀνάπηρο. Ἀπό μένα εἶσαι ἐλεύθερη...
Ἡ ἀρραβωνιαστικιά τοῦ ἀπάντησε συγκινημένη:
—Ἐγώ ἀγάπησα ἐσένα. Δέν μ᾽ ἐνδιαφέρει πού ἔχασες τά πόδια σου. Τά ἔχασες γιά τήν πατρίδα. Γι᾽ αὐτό καί τώρα σ᾽ ἀγαπῶ ἀκόμη πιό πολύ. Δέν διανοοῦμαι νά σ᾽ ἀφήσω καί νά ζήσω χωρίς ἐσένα.
Ἡ ἴδια ἦταν μιά πολύ ὄμορφη κοπέλα καί περιζήτητη. Δέν ὑποχώρησε στίς προτάσεις γάμου καί στίς πιέσεις ἀπ᾽ τούς δικούς της. Καί τελικά παντρεύτηκαν. Ἔκαναν καί τρία παιδιά, ὅλα ἐξαιρετικοί ἐπιστήμονες μέ ἦθος. Ἔζησαν παρά τίς δυσκολίες, πραγματικά εὐτυχισμένοι»(ΣΑ, 114).


<>




Διηγεῖται ὁ Μητρ. Ἀργολίδος Νεκτάριος: «Γνώρισα μια γριούλα σ᾽ ἕνα ἀπ᾽ τα ὀρεινά καί σχεδόν ἐρημωμένα χωριά τῆς Ἀργολίδας. Μοῦ ἔλεγε τα βάσανά της καί τίς δυσκολίες τίς ὁποῖες πέρασε στή ζωή της. Παντρεύτηκε ἕνα νέο τόν ὁποῖο ἀγάπησε πολύ. Τό ἴδιο κι ἐκεῖνος. Ἀπέκτησαν δύο παιδιά, ἀλλά δυστυχῶς πολύ σύντομα ὁ ἄντρας της πέθανε. Ἡ ἴδια ἦταν τότε περίπου 20 χρονῶν. Δέν ξαναπαντρεύτηκε. Μεγάλωσε μέ πολλές θυσίες τά παιδιά της. Τήν ρώτησα τότε γιατί δέν ξαναπαντρεύτηκε. Ἡ ἀπάντησί της μέ ἄφησε ἄναυδο.
—Πάτερ μου, τό στεφάνι τό ἀλλάζουν μόνο στά βαρέλια τοῦ κρασιοῦ!»(ΣΑ, 115).


<>





«Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι 80 ἐτῶν καί ἐπιμένει κάθε πρωΐ νά προσφέρη ἀνελλιπῶς πρωϊνό στή γυναῖκα του, πού βρίσκεται σέ οἶκο εὐγηρίας γιά περισσότερα ἀπό πέντε χρόνια.
Ὅταν τόν ρώτησαν:
—Γιατί ἡ σύζυγός σου εἶναι σέ ξενώνα γιά τούς ἡλικιωμένους;
Ἐκεῖνος ἀπάντησε:
—Ἐπειδή ἔχει τή νόσο Alzheimer (ἀπώλεια μνήμης).
Στή συνέχεια τόν ρώτησαν:
—Ἡ γυναῖκα σου θά στενοχωρηθῆ ἄν μιά μέρα δέν ἔρθεις γιά νά τῆς προσφέρης ὁ ἴδιος τό πρωϊνό της;
Καί ἐκεῖνος ἀπάντησε:
—Δέν θυμᾶται... Δέν γνωρίζει κἄν ποιός εἶμαι. Πέντε χρόνια τώρα, δέν μέ ἀναγνωρίζει κἄν.
Ἔκπληκτος, ὁ συνομιλητής του, τοῦ εἶπε:
—Καταπληκτικό! Ἀλλά ἐσύ ἐξακολουθεῖς νά φέρνης τό πρωϊνό στή σύζυγό σου κάθε πρωΐ ἐπί πέντε χρόνια, ἀκόμα κι ἄν δέν τό ἀναγνωρίζει...!!!
Ὁ ἄνθρωπος χαμογέλασε, κοίταξε στα μάτια τή γυναῖκα του, τῆς ἔσφιξε τρυφερά τό χέρι καί εἶπε:
—Δέν ξέρει ποιός εἶμαι, ἀλλά ξέρω ἐγώ ποιά εἶναι!!!
Ἀλήθεια, σέ πόσα ἀνδρόγυνα σήμερα μπορεῖ κανείς νά βρῆ τέτοια ἀγάπη;»(ΣΑ, 116).


<>




«Ὁ ἀββάς Εὐπρέπιος, ὅταν ἔφτασαν τό κελλί του κλέφτες καί τοῦ ἔπαιρναν τά πράγματα, τα σήκωνε μαζί τους. Κι ἀφοῦ τα πῆραν ὅλα ὅσα βρίσκονταν στό κελλί του κι ἔφυγαν ἀλλά παράτησαν τό ραβδί τους. Μόλις τό εἶδε ὁ ἀββάς Εὐπρέπιος στενοχωρήθηκε. Το πῆρε, λοιπόν, καί ἔτρεξε ξωπίσω τους, γιά νά τούς τό ἐπιστρέψη. Ἐκεῖνοι, ὅμως, δέν θέλησαν νά τό δεχθοῦν ἀπό φόβο μήπως εἶναι παγίδα. Τότε αὐτός, συνάντησε κάποιους καί τούς παρακάλεσε νά δώσουν αὐτοί τό ραβδί, μιά καί πήγαιναν στόν ἴδιο δρόμο μέ τούς κλέφτες.»(ΣΑ, 118).
Διηγήθηκε μια μοναχή: «Ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα γιά πρώτη φορά τόν π. Ἰωάννη Καλαϊδή, μέ κάποια δόσι περιέργειας, μοῦ ἔδωσε ἕνα πολύ καλό μάθημα. Στό χωριό πού βρίσκεται κοντά στό μοναστήρι μου εἶχα ἔρθει σέ σύγκρουσι μέ μια γυναίκα. Μέσα μου ἔνιωθα ἀρκετή πίκρα καί ἔτρεφα ἀρνητικά συναισθήματα. Πῆγα, λοιπόν, μια Κυριακή πρωΐ στήν ἐκκλησία που ἦταν ὁ παππούλης. Κάθισα στό παγκάρι νά γράψω τα ὀνόματα γιά τήν προσκομιδή. Ἔγραψα τα ὀνόματα τῶν δικῶν μου καί ἦρθε στό μυαλό μου ἡ γυναίκα αὐτή. Εἶπα μέσα μου:
—Τί μοναχή εἶμαι; Ἄς γράψω καί αὐτή τή γυναίκα γιά τήν ὁποῖα νιώθω αὐτή τήν ἔχθρα.
Τήν ἔγραψα, λοιπόν, τελευταῖα, πῆγα στή βορεινή πύλη τοῦ ἱεροῦ καί παρέδωσα τό χαρτί στόν παππούλη τόν ὁποῖο πρώτη φορά ἔβλεπα.
Ὅταν τέλειωσε ἡ Θ. Λειτουργία, πλησίασα νά πάρω ἀντίδωρο. Μόλις ἀσπάστηκα τό χέρι του γύρισε καί μου εἶπε:
—Γερόντισσα, κάτι σᾶς θέλω, περιμένετε λίγο.
Περίμενα καί ὅταν τέλειωσε ἦρθε καί μοῦ εἶπε:
—Ἄκουσε, παιδί μου, τόν ἐχθρό μας δέν τόν γράφουμε τελευταῖο! Πρῶτο τόν γράφουμε καί τότε ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί καί ἡ προσευχή μας πάει κατευθεῖαν στό Θεό!
Ἔμεινα ἀποσβολωμένη...»»(ΣΑ, 120).

<>





«Ἕνας ζαχαροπλάστης κι ἕνας φούρναρης ἀπ᾽ τό Βοτανικό, ὄχι μόνο βοήθησαν μέ τίς καταθέσεις τους ἕνα νεαρό πού τούς εἶχε κλέψει μεθυσμένος, ἀλλά καί ἔβαλαν τά λεφτά γιά νά ἐξαγοραστῆ ἡ ποινή τῶν δύο μηνῶν φυλακίσεως πού τοῦ ἐπιβλήθηκε, ἀπ᾽ τό Αὐτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικεῖο.
Ὁ μεθυσμένος νεαρός ἦταν ὁ Γ. Βοῦτος, 19 ἐτῶν, ἕνας συμπαθητικός φουκαράκος, πού μέσα σέ δύο ὧρες ἔκανε τήν Κυριακή πέντε διαρρήξεις. Ἄνοιξε ἕνα βενζινάδικο, ἕνα μπακάλικο, ἕνα καθαριστήριο, τό φοῦρνο καί τό ζαχαροπλαστεῖο.
Πῆρε κάτι ψιλά καί λίγα κατοστάρικα ἀπ᾽ ὅλα καί ὅταν τόν ἔπιασαν, μέσα στό ζαχαροπλαστεῖο, τοῦ τά ξαναπῆραν καί τά ἔδωσαν στούς ἰδιοκτῆτες τῶν καταστημάτων.
Χτές στό δικαστήριο ὅλοι οἱ καταστηματάρχες τόν βοήθησαν νά πέσει “μαλακά”. Ὁ φούρναρης Χρ. Συριόπουλος καί ὁ ζαχαροπλάστης Ι. Δασκάλου, μάλιστα ἔδωσαν καί τά λεφτά —20.000 περίπου δραχμές— γιά νά ἐξαγοράσει τήν ποινή του ὁ Βοῦτος —δέν εἶχε φράγκο— γιά νά μήν πάει φυλακή καί γίνει... ἔμπειρος κλέφτης.
Εἶπε συγκινημένος ὁ κ. Συριόπουλος:
“Πρόκειται γιά ἕνα παραστρατημένο παιδί μιάς οἰκογένειας πού δέν ἔχει τό στήριγμα τοῦ πατέρα, μιάς οἰκογένειας πέντε παιδιῶν. Εἶναι ἐδῶ, γειτονόπουλο. Πότε δούλευε, πότε ὄχι. Εἶχε πάρει τό στραβό δρόμο, ἀλλά πιστεύω ὅτι βρισκόταν μακρυά ἀπ᾽ τόν κατήφορο.
Ὁ νεαρός Γ. Βοῦτος μετά τήν ἐξαγορά τῆς ποινῆς ἀπ᾽ τά “θύματά” του, πῆγε νά ἐγκατασταθῆ στό Πέραμα, στό σπίτι μιᾶς θείας του. Ὑποσχέθηκε, πάντως, ὅτι δέν πρόκειται νά “ξανακλέψη”»(ΣΑ, 128).


<>







«Σέ μιά παιδόπολι, γύρω στά 1948, ἕνα κορίτσι περίπου 10-12 ἐτῶν εἶχε πονηρό πνεῦμα πού τοῦ φανέρωνε τίς κακές πράξεις τῶν συμμαθητριῶν καί διδασκαλισσῶν καί αὐτό τίς ἔλεγε δημόσια καί τίς διαπόμπευε. Σέ συζήτησι τῶν διδασκαλισσῶν τί νά κάνουν, μιά Χριστιανή ἀπ’ αὐτές τούς εἶπε ὅτι πρέπει νά ἐξομολογηθοῦν ὅλες (δασκάλες καί μαθήτριες), γιά νά ἐξαφανιστοῦν οἱ ἁμαρτίες τους ἀπ᾽ τήν ὕπαρξι (νά παύσουν νά ὑπάρχουν ὀντολογικά, ὅπως ὅταν πλένεις ἕνα ροῦχο καί τοῦ ἀφαιρεῖς ἕνα λεκέ, πού πιά δέν μπορεῖ νά φανῆ). Πράγματι ἐξομολογήθηκαν καί ἀπό τότε ἡ κοπελλίτσα μέ τό πονηρό πνεῦμα τίς κοίταζε σάν μουγκή, γιατί δέν ἔβλεπε τό πονηρό πνεῦμα, πού αὐτή εἶχε, καμμιά ἁμαρτία, ὥστε νά τή φανερώση»(ΗΑ, 80).

MJ. ΜΕΤ.

​<>



«Πολλοί ἄνθρωποι δείχνουν μιά τέτοια στάσι καί ἀπαιτοῦν νά βάζουν τά χέρια στόν “τύπο τῶν ἥλων”, σάν τό Θωμᾶ. Θέλουν νά δοῦν γιά νά πιστέψουν.
Ἕνας ἄνθρωπος πού εἶχε ἀμφιβολίες γιά τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ στράφηκε πρός τόν οὐρανό καί εἶπε:
—Θεέ μου, ἄν ὑπάρχης, δεῖξε μου ἕνα σημάδι γιά νά πιστέψω.
Ἕνας κεραυνός τότε ἔσκισε τόν ἀέρα, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ἦταν τόσο βιαστικός πού δέν τόν εἶδε. Συνέχισε ὁ ἄνθρωπος φωνάζοντας δυνατά:
—Θεέ μου, δεῖξε μου ἕνα σημάδι. Θέλω νά πιστέψω, ἀλλά θέλω νά δῶ ἕνα σημάδι ἀπό Σένα.
Δίπλα στόν ἄνθρωπο ἄνθισε ἕνα μικρό λουλούδι, ἀλλά ἦταν τόσο ἀπορροφημένος στίς σκέψεις του πού πάτησε τό ἀγριολούλουδο καί τό ἐξαφάνισε. Συνέχισε τήν πορεία του γεμάτος ἀγωνία:
—Θεέ μου, ἄν ὑπάρχης, θέλω ἕνα ἀποδεικτικό στοιχεῖο.
Ἐκείνη τή στιγμή ἕνα παιδάκι γεννήθηκε, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος δέν ἄκουσε τήν φωνή του, μᾶλλον τόν ἐνόχλησε τό κλάμα του. Ἀπογοητευμένος καί ἔχοντας πλέον πειστῆ ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός Τοῦ λέει:
—Σοῦ δίνω μιά τελευταία εὐκαιρία. Δεῖξε μου ὅτι ὑπάρχεις.
Τότε ὁ Θεός πῆγε ἀπό πίσω καί ἄγγιξε τόν ὦμο του. Δυστυχῶς ὅμως γιά τόν ἄνθρωπο αὐτό, μέ μιά βίαιη κίνησι σκότωσε τήν πεταλούδα πού εἶχε σταθῆ στόν ὦμο του. Ὁ Θεός μέ διάφορους τρόπους τοῦ ἔδειξε τήν παρουσία Του.
Ἔτσι καί σήμερα καί σέ κάθε ἐποχή, γιά ὅποιον ἀμφιβάλλει, ὁ Θεός θά βρεῖ τρόπους νά δείξη τήν παρουσία Του. Ἡ ἔρευνα στήν Πίστη δέν ἀπαγορεύεται, ἀρκεῖ νά εἶναι καλοπροαίρετη καί εἰλικρινής. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰλικρινής, θά βρῆ τό Θεό, ἀρκεῖ νά εἶναι ἕτοιμος νά ἀκούση τή φωνή Του καί νά μπορῆ νά διακρίνη τά σημάδια τῆς παρουσίας Του»(ΛΝ, 4).

<>



Ἀναφέρει ὁ Πρωτοπρ. Ἀθανάσιος Ἀττάρτ, Ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ναοῦ τῆς Παναγίας Χρυσοσπηλιωτίσσης Ἀθηνῶν: «Στίς 30 Μαρτίου 2012 τίς πρῶτες πρωϊνές ὧρες βρισκόμουν στόν Ἱ. Ναό τῆς Παναγίας τῆς Χρυσοσπηλιωτίσσης, ὅπου ἐφημερεύω, καί δέχτηκα σφοδρότατη δαιμονική ἐπίθεσι. Μπαίνοντας στό ἱερό τοῦ ναοῦ μέσα ἀπό ἕνα μαῦρο μπόγο πετάχτηκε ὁ δαίμονας. Τόσο σφοδρή ἦταν ἡ ἐπίθεσι, πού μοῦ ἔσπασε τό δάχτυλο τοῦ δεξιοῦ μου χεριοῦ. Ἐκείνη τή στιγμή εἶδα μπροστά μου ὁλοζώντανο τόν Γέροντα Κύριλλο τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσ. Δαυΐδ τῆς Εὔβοιας πού μοῦ εἶπε:
—π. Ἀθανάσιε πάρε τό Σταυρό πού εἶναι πάνω στήν Ἁγ. Τράπεζα καί σφράγισε τό δαίμονα.
Αὐτό ἔκανα καί ἀμέσως ὁ δαίμονας ἐξαφανίστηκε.
Αὐτό τό θαυμαστό γεγονός ἔγινε λίγη ὥρα μετά τήν κοίμησι τοῦ Γέροντα στό Ναυτικό Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν»​(Γ​Γ, 49).

MJ. MET.

​<>



«Τό 1890 πυρκαϊά ἐξερράγη στό δάσος τῆς Ἱ. Μονῆς μας μεταξύ τῶν περιοχῶν Ἁλωνάκι καί Ἅγ. Θεολόγος. Οἱ πατέρες, ὅταν εἶδαν τή φωτιά, πῆραν ἀξίνες, πριόνια, τσεκούρια καί ἄλλα σχετικά γιά τήν κατάσβεσι. Πῆραν μαζί τους καί ἕνα μουλάρι, πάνω στό ὁποῖο κρέμασαν ἕνα τορβά (ταγάρι) μέ τά τίμια λείψανα τῆς Ἁγ. Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας, καί ἔσπευσαν ταχέως πρός τό πυρπολούμενο δάσος.
Ὅταν πλησίασαν ἀρκετά στή φωτιά, μιά ἀντίθετη πνοή ἀνέμου ἔστρεψε ἀπότομα τίς φλόγες πρός τήν πλευρά πού βρίσκονταν οἱ πατέρες. Φοβισμένοι οἱ ἀδελφοί μήπως κυκλωθοῦν ἀπ᾽ τίς φλόγες, ἄρχισαν νά ἀπομακρύνωνται, ἐγκαταλείποντας τό μουλάρι μόνο του. Τό μουλάρι εἶχε ἤδη πολιορκηθῆ ἀπό τίς φλόγες, ἐνῶ οἱ πατέρες ἀπαρηγόρητοι θρηνοῦσαν τήν ἀπώλεια τῶν τιμίων λειψάνων.
Σέ λίγα λεπτά διαπίστωσαν ὅτι τό μουλάρι παραδόξως διέσχισε τριακόσια περίπου μέτρα φλογισμένης περιοχῆς, χωρίς νά πάθη τίποτε, μεταφέροντας ἄθικτο τό ἱερό φορτίο. Μόλις τό ζῶο βγῆκε ἀπ᾽ τίς φλόγες, ἡ φωτιά ἔσβησε μόνη της»(ΑΑ, 48).

<>


Διηγεῖται ἡ Βαρβάρα Παπανικολάου: «Ἡ ἀδελφή μου Αἰκατερίνα Δεστούνη εἶχε ἀρρωστήσει ἀπό καρκίνο τοῦ πνεύμονα. Εἶχε δύσπνοια. Τό καλοκαῖρι τοῦ 1976 ἡ κατάστασί της ἐξελίσσετο διαρκῶς πρός τό χειρότερο. Ὁ καρκίνος εἶχε καταστρέψει τελείως τόν ἕνα πνεύμονα καί ἄρχισε νά κατατρώγῃ καί τόν ἄλλο. Οἱ ἰατροί τῆς ἔδωσαν τό πολύ ἕνα μῆνα ζωῆς.
Ἡ ἴδια μοῦ ἔλεγε ὅτι ἐπιθυμία της ἦταν νά μεταλάβῃ ἀπό τά χέρια τοῦ γυἱοῦ της, ὑποψηφίου ἱερέως, κι ὕστερα νά πεθάνῃ. Τότε τηλεφώνησα στό γυἱό μου, πού ἐκεῖνες τίς μέρες βρισκόταν στήν Ἱ. Μονή Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, καί τόν παρακάλεσα νά προσευχηθῃ γιά τή θεία του. Ἔγινε Λειτουργία στό παρεκκλήσι τῆς Ἁγ. Ἀναστασίας καί μοῦ ἔστειλε λάδι ἀπό τό καντήλι της. Ἀφοῦ ἄλειψα τήν ἀδελφή μου μέ τό λάδι, διαβάσαμε τό βίο τῆς Ἁγ. Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας καί τήν παρακαλέσαμε πολύ. Τότε πῆρε πρός τό καλύτερο. Ὁ ἰατρός ἔτρεχε στούς διαδρόμους κατάπληκτος καί ἔλεγε:
—Θά σκίσω τό δίπλωμά μου, ἡ ἀρρώστεια της σταμάτησε ἀκαριαῖα ἐκεῖ πού βρισκόταν.
Ἡ Αἰκατερίνα ἔζησε ἄλλα δύο χρόνια, πάντρεψε τά τρία παιδιά της, ἀξιώθηκε νά δῆ τή χειροτονία τοῦ γυἱοῦ της, κοινώνησε ἀπ᾽ τά χέρια του πολλές φορές καί ἐκοιμήθη τό 1978 πολύ ἤρεμη.
Τό ἴδιο περίπου συνέβη σέ κάποια γειτόνισσά μου, Δήμητρα Μπαλῆ. Ὁ καρκίνος εἶχε κάνει μεταστάσεις σέ ὅλο της τό σῶμα. Μέ τό λάδι τῆς Ἁγ. Ἀναστασίας σταμάτησε ἡ ἀρρώστεια. Πάντρεψε τά παιδιά της, εἶδε τέσσερα ἐγγόνια, καί μοῦ ἔλεγε:
—Δοξάζω τόν Θεό πού ἀρρώστησα, γιά νά τόν γνωρίσω, νά μετανοήσω καί νά νοιώσω τόσο μεγάλη εὐτυχία.
Ἐκοιμήθη μετά ἀπό τέσσερα χρόνια πολύ εὐτυχισμένη»(ΑΑ, 62).

<>

«Ἀφοῦ ὁ Ἅγ. Πέτρος Ἐπίσκοπος Ἄργους ὁ Θαυματουργός, διόρισε ἀρτοποιούς καί ἀφοῦ ἄλεσε ὅσο σιτάρι ὑπῆρχε στίς ἀποθῆκες τῆς ἐπισκοπῆς, τό ἀλεύρι πού προῆλθε ἀπό αὐτή τήν προσεγμένη διαδικασία, τό ἀποθήκευσε μέσα σέ πήλινα δοχεῖα, ὥστε ὅσοι μαστίζονταν ἀπ᾽ τήν πεῖνα, νά τούς διατρέφη ποιοτικά, χωρίς ἐκεῖνοι νά καταβάλουν καμμιά φροντίδα γι᾽ αὐτό. Καί παρασκευάζοντας ἄρτους, τούς διαμοίραζε στά πλήθη πού συνέρρεαν ὄχι μόνο ἀπ᾽ τίς πόλεις τῆς Ἐπισκοπῆς του, ἀλλά καί ἀπό τίς γειτονικές πόλεις καί κωμοπόλεις καί τούς ἀγρούς. Καί ὅταν σχεδόν τελείωσε τό ἀλεύρι, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ ἀγαθοεργία αὐτή γινόταν μέ ἀπλοχεριά, μέ ἀφθονία καί μέ χαρούμενη διάθεσι, ἀπέμεινε στόν πάτο ἑνός πιθαριοῦ μόνο ἕνα ἡμιμέδιμνο.
Ἐκεῖνοι, πού εἶχαν ἐπιφορτιστεῖ μέ τό διακόνημα αὐτό, ἔλεγαν ὅτι αὐτό δέν ἦταν ἀρκετό παρά γιά νά παρασκευάσουν ψωμιά γιά μιά μόνο ἡμέρα καί μόνο γιά τόν πληθυσμό τῆς πόλεως.
Τότε ὁ σπουδαῖος αὐτός ἄνδρας ἀγανάκτησε γιά τήν ἀπιστία τους στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί τούς διέταξε νά ἐκτελοῦν ἐπειγόντως ἐκεῖνα τά ὁποῖα τούς εἶχε δώσει ἐντολή. Καθώς ὅμως αὐτοί, γεμᾶτοι λύπη ἀπ᾽ τήν ἐπίπληξι, ἦλθαν στήν σιταποθήκη, εἶδαν μέ ἀπορία τό πιθάρι γεμᾶτο μέ ἀλεύρι.
Ἔμειναν ἄφωνοι ἀπό θαυμασμό καί ἔκπληξι καί διηγοῦνταν στόν ἀρχιερέα τό παράδοξο φαινόμενο καί τοῦ ζητοῦσαν συγγνώμη γιά τήν προηγούμενη ἀμφιβολία τους. Καί αὐτός ἀφοῦ τούς ἔκανε μικρή ἐπίπληξι, διότι συμπεριφέρονται στούς φτωχούς χωρίς προθυμία καί χωρίς ἐνδιαφέρον, τούς ἔδωσε ἐντολή νά σιωπήσουν καί νά τό κρατήσουν μυστικό. Δέν ἦταν, ὅμως, δυνατόν νά διαφύγη ἀπ᾽ τήν προσοχή τῶν ἀνθρώπων τό πιθάρι, πού ἐνῶ τό ἄδειαζαν, ἐκεῖνο γιά ἀρκετές ἡμέρες δέν ἄδειαζε· καί παρόλο πού ἐκεῖνο δέν εἶχε φωνή, διαλαλοῦσε αὐτό πού συνέβαινε... τό ἀλεύρι τοῦ πιθαριοῦ ἔφτασε γιά νά διαθρέψει πολλούς κατοίκους τῆς πόλεως ἀλλά καί ξένους»(ΑΝ, 127).


<>


«Ἡ γερμανική φάλαγγα, ὅπως ἀναφέραμε πιό πάνω, ἔφτασε στήν εἴσοδο τῆς Λίμνης Εὐβοίας στό σημεῖο ἀκριβῶς, πού εἶναι χτισμένο τό ἐκκλησάκι τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου. Ἡ διαταγή τοῦ Γερμανοῦ Διοικητοῦ, ἦταν ἡ ὁλοκληρωτική καταστροφή τῆς Λίμνης, “φωτιές, ἐκτελέσεις κλπ....”.
Καί ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νά δώση τή διαταγή τῆς καταστροφῆς στούς στρατιῶτες του, βλέπει στή μέση ἀκριβῶς τοῦ δρόμου ἕνα Χέρι, ἀόρατο γιά τούς στρατιῶτες του, νά ἐμποδίζη τήν κάθοδο τοῦ τμήματος καί ἀκούει μιά φωνή νά τοῦ λέη:
—Αὐτός ὁ τόπος εἶναι δικός μου δέν θά τόν πειράξετε.
Αὐτή ἡ θεία ὀπτασία γέμισε τήν καρδιά του φόβο καί σκέψεις. Ἀμέσως ἀναβάλλει τά σχέδιά του. Κατεβαίνει στή Λίμνη, συναντᾶ τίς τότε Ἀρχές καί τούς διηγήθηκε τό γεγονός πού τόν ἀνάγκασε ν᾽ ἀλλάξη γνώμη. Γεμᾶτος δέ ἀγωνία ζητοῦσε νά μάθη, ποιά ἦταν ἡ Προστάτιδα αὐτῆς τῆς πόλεως. Οἱ Ἀρχές τόν πληροφόρησαν, πώς ἐδῶ στή Λίμνη ἔχουμε μιά Εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού τήν ἀποκαλοῦμε “Λιμνιά” καί βρέθηκε κατά θαυματουργικό τρόπο μέσα στή θάλασσα. Τότε ὁ Γερμανός Διοικητής ὁμολόγησε:
—Μόνο Θεία δύναμι, μποροῦσε νά ἀνατρέψη τά σχέδιά μου.
Καί ἀναχώρησε ἀπ᾽ τή Λίμνη χωρίς νά πειράξη ἀπολύτως τίποτε.
Τή θαυματουργική αὐτή διάσωσί τους οἱ Λιμνιῶτες τήν ἀπέδωσαν, στή θεία ἐπέμβασι τῆς Παναγίας μας τῆς “Λιμνιᾶς”»(ΜΘ, 42).


<>



Διηγεῖται ὁ Εὐάγγελος Πανταζῆς: «Θυμᾶμαι ἀκόμη πώς στό διάστημα πού κολυμποῦσα, κάποιος νεαρός Γιουγκοσλάβος δεκαεπτά ἐτῶν, ἀπ᾽ τό ἄλλο πλοῖο, ἦλθε νά πιασθῆ πάνω μου ἐπειδή κινδύνευε νά πνιγῆ ἀπ᾽ τήν κούρασι. Ἐγώ φοβούμενος μήπως πνιγοῦμε καί οἱ δυό, τόν ἀπέφυγα. Κατά βάθος, ὅμως, λυπήθηκα, ἐπειδή δέν μποροῦσα νά τοῦ προσφέρω βοήθεια. “Παναγία μου”, εἶπα μέσα μου, “βοήθησέ τον Ἐσύ”. Δέν πέρασε ἕνα τέταρτο καί ἔφθασα στήν ἀκτή. Ἀμέσως ἐνημέρωσα τούς ἁρμοδίους πού ἦταν ἐκεῖ, καί ἕνα μικρό ναυαγοσωστικό πλησίασε στό μέρος πού τούς ὑπέδειξα καί τόν παρέλαβε»(ΜΘ, 44).

<>



«Ἕνας νεαρός φοιτητής τῆς Ἰατρικῆς, πωλοῦσε βιβλία γιά νά καλύψῃ τά ἔξοδα τῶν σπουδῶν του. Μιά μέρα πρότεινε ἕνα βιβλίο σέ μιά φτωχή χωρική.
—Ὄχι κύριε, τοῦ εἶπε, εὐχαριστῶ, ἡ μητέρα μου εἶναι χήρα καί δέν ἔχουμε χρήματα γιά βιβλία.
Μέ πολλή ἀγάπη καί προθυμίαν προσέφερε στό φοιτητή ἕνα ποτήρι γάλα. Ὅταν τό ἤπιε ὁ φοιτητής καί θέλησε νά τό πληρώσῃ, ἡ χωριατοπούλα τοῦ εἶπε:
—Ὄχι κύριε, ἡ μητέρα μου μοῦ εἶπε, ὅτι πρέπει νά εἴμαστε φιλόξενοι.
Πέρασαν ἀπό τότε χρόνια. Μία ἡμέρα μία ἄρρωστη γυναῖκα μεταφέρεται σέ μιά Κλινική. Ἦταν βαρειά ἄρρωστη. Ὁ χειροῦργος ἰατρός, ὅταν τήν εἶδε, ἀναγνώρισε στό πρόσωπό της τήν κοπέλλα πού τοῦ εἶχε προσφέρει τό γάλα. Ἐνδιαφέρθηκε ἰδιαίτερα γι’ αὐτή. Τήν ἔβαλε σέ ξεχωριστό δωμάτιο καί ὥρισε εἰδική νοσοκόμα νά τήν προσέχη. Πέρασαν ἑβδομάδες. Ἕνα πρωΐ ἡ νοσοκόμα τήν εἰδοποίησε ὅτι ἔπρεπε νά ἐπιστρέψη στό σπίτι της, ἦταν τελείως καλά. Χαίρω εἶπε ἡ ἄρρωστη, ἀλλά σκέπτομαι πῶς θά ἐξοφλήσω τό λογαριασμό τῆς Κλινικῆς. Ἡ νοσοκόμος πῆγε τότε καί τῆς ἔφερε τό λογαριασμό. Ἦταν ἀλήθεια ἕνα μεγάλο ποσό ὅμως... κάτω μέ κόκκινο μελάνι, ἔγραφε “Ἐξοφλήθηκε μέ ἕνα ποτήρι γάλα”»(ΜΑ, 65).

<>



«Μιά νύχτα ἀσέληνη σέ μιά ἐρημική περιοχή τῆς πόλεως ἦταν ἕνας τυφλός. Ἀπό τό ἕνα χέρι κρατοῦσε ἕνα βιολί καί ἀπό τό ἄλλο ἕνα φανάρι. Κάποιος διαβάτης τόν ρωτᾶ:
—Μέ τό ὄργανό σου συγκινεῖς τίς καρδιές καί δημιουργεῖς τή συμπάθεια τοῦ διαβάτη. Μέ τό φανάρι τί κάνεις; Τί σοῦ χρειάζεται ἀφοῦ εἶσαι τυφλός;
—Μά ἔχω τό φανάρι γιά νά φέγγω στους περαστικούς.
Ὅλοι μας μποροῦμε, στήν ἐρημιά τῆς ζωῆς πού ἀπουσιάζει ἡ ἀγάπη καί ἡ φιλανθρωπία, νά φέγγουμε, ὁ καθένας μέ τόν τρόπο του καί στό περιβάλλον του»(ΜΑ, 169).

<>




«Ἕνας Χριστιανός ἱεραπόστολος ὁ π. Δαμιανός ὑπῆρξε ἄνθρωπος μέ βαθειά καί ἀταλάντευτη πίστι στό Θεό, ἀλλά καί μέ ἀγάπη θαυμαστή. Ἀπό ἀγάπη πρός τόν πονεμένο συνάνθρωπο ἐπεσκέφθη κάποτε ἕνα λεπροκομεῖο, τό λεπροκομεῖο τοῦ Molokai πού εὑρίσκεται σέ νῆσο τοῦ Εἰρηνικοῦ. Προσέφερε στούς λεπρούς ἱεραποστολική ὑπηρεσία καί ἰατρική συμπαράστασι ἐπί 25 συνεχῆ χρόνια. Τούς στήριζε στήν ὑπομονή καί τήν καρτερία. Ὅμως, ἡ ἐπικοινωνία μαζί τους εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά προσβληθῆ καί ὁ ἴδιος ἀπό τήν φοβερή καί ἐπώδυνη ἀρρώστεια. Λεπρός καί ὁ ἴδιος τώρα πλέον κοντά στούς λεπρούς ἀδελφούς του. Καί σέ λίγο παρέδωκε τό πνεῦμα μέσα στούς προσφιλεστάτους του λεπρούς. Ὑπῆρξε ἕνας ἀληθινός ἀθλητής ἀγάπης καί αὐτοθυσίας»(ΜΑ, 220).


<>



«Μέσα στήν ἀδελφότητα τοῦ Μοναστηρίου ὁ καθένας εἶχε τό διακόνημά του. Τήν ἐργασία τήν ὁποία τοῦ ὥριζε νά κάνη ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἕνας μοναχός εἶχε ὁρισθῆ νά μπαλώνη τά ρᾶσα τῶν ἄλλων μοναχῶν. Ὅταν γύριζαν οἱ ἀδελφοί τό βράδυ ἀπ᾽ τήν χειρωνακτική ἐργασία, τοῦ παρέδιδαν τά σχισμένα ρᾶσα τους καί αὐτός τά μπάλωνε καί τούς τά ἔδινε νά τά ξαναφορέσουν. Ὅλα του τά χρόνια αὐτή ἦταν ἡ ἐργασία του. Κάποτε ἀρρώστησε. Εἶχε μία ἀνησυχία στίς τελευταῖες ὧρες τῆς ζωῆς του. Κάτι ζητοῦσε καί δέν μποροῦσε νά μιλήση. Ἕνας ἀδελφός εἶπε τότε, φέρτε του τή βελόνα πού διακονοῦσε καί μπάλωνε τήν ἀδελφότητα. Αὐτό ἦταν, μόλις τήν ἀντίκρυσε, τήν πῆρε στό χέρι του, τήν φίλησε καί ξεψύχησε»(ΜΑ, 220).

<>



Ὁ Ἅγ. Γεράσιμος ὁ Ὑμνογράφος ἀναφέρει: «Μετά τήν σύνταξι τῆς πλήρους καί πανηγυρικῆς ἀκολουθίας μαζί μέ τόν παρακλητικό κανόνα τῶν νεοφανῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης, ἕνα βράδυ συλλογιζόμουν κατά πόσο ἐγινε δεκτή ἡ ἐργασία μου αὐτή ἀπό τούς Ἁγίους. Σκεπτόμενος αὐτά ἔπεσα νά κοιμηθῶ καί μόλις ἔκλεισα τά μάτια μου, εἶδα ὅτι ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ μου καί μπῆκε ἕνας ἱεροπρεπής ἄνθρωπος, ντυμένος μέ ἱερατική στολή. Μόλις τόν εἶδα, ἀναφώνησα: “Ὁ Ἅγ. Ραφαήλ”, καί ἐκεῖνος κίνησε τό κεφάλι του γνέφοντας καταφατικά, ἐπιβεβαιώνοντας μέ κάποιον τρόπο τήν ἀναφώνησί μου.
Τότε, γεμάτος χαρά, τοῦ εἶπα:
—Ἅγ. Ραφαήλ, δεχτήκατε τήν ἀκολουθία πού ἔγραψα γιά ἐσᾶς;
Γνέφοντας πάλι μέ τό κεφάλι καί χαμογελώντας σεμνά, εἶπε ἥσυχα “ναί” καί ἐγινε ἄφαντος, γεμίζοντας μέ ἀνέκφραστη χαρά καί εὐτυχία τήν ταπεινή μου καρδιά.
Ἀφοῦ συνέταξα τήν Ἀκολουθία, τήν ἔστειλα στή Μυτιλήνη καί, ἀφοῦ ἐγκρίθηκε ἀπ᾽ τήν Ἱ. Σύνοδο, μπῆκε ἀμέσως σέ λειτουργική χρήσι, καί μάλιστα ὁ παρακλητικός κανόνας. Τότε ἔλαβα μιά ἐπιστολή ἀπό ἐκεῖ, ἡ ὁποία ἔλεγε μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς:
“Εὐλαβεῖς προσκυνητές στή Θερμή εἶδαν μέ τά ἴδια τους τά μάτια ἔξω ἀπ᾽ τό Ναό τούς Ἁγ. Ραφαήλ καί Νικόλαο, νά κρατοῦν ἀπ᾽ τά χέρια τή μικρή Ἁγ. Εἰρήνη καί νά περπατοῦν γιά νά μποῦν στον ναό. Μόλις ἔφτασαν στήν πόρτα, ἡ Ἁγ. Εἰρήνη δέν ἤθελε νά μπῆ καί τήν ἄκουσαν νά λέει στούς Ἁγίους πού τήν κρατοῦσαν:
—Δέν θά μπῶ, γιατί ὁ π. Γεράσιμος δέν μέ ἔχει συμπεριλάβει στό Ἀπολυτίκιο»(ΜΚ, 82).

<>


«Ὅταν ξέσπασε ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821, οἱ Τοῦρκοι προέβησαν σέ μεγάλες βιαιοπραγίες σέ ὅλη τήν τουρκοκρατούμενη Ἑλλάδα. Στήν Πάτρα, τήν Κυριακή τῶν Βαΐων, μιά εὔπορη μητέρα μέ τίς δύο κόρες καί τόν γυιό της Χριστόδουλο κατέφυγαν στή γαλλική πρεσβεία γιά νά σωθοῦν, ἀλλά δέν τά κατάφεραν. Συνελήφθησαν καί οἱ ἀπειλές γιά μαρτυρικό θάνατο ἔκαμψαν τήν ἀντίστασι τῆς μητέρας καί τῶν δύο θυγατέρων της. Ἀρνήθηκαν τόν Χριστό καί ὁδηγήθηκαν στό χαρέμι τοῦ πασᾶ.
Ἀντίθετα ἡ ὑπηρέτριά τους Ἀναστασία ἔμεινε ἀκλόνητη στήν Πίστι της καί ἀξιώθηκε νά παραδώση τήν ψυχή της πρίν προλάβουν οἱ δήμιοι νά τήν ἐξευτελίσουν καί νά τή θανατώσουν.
Παρόμοια, καί ὁ δεκαετής Χριστόδουλος, ὅταν ἀπειλήθηκε ὅτι θά βασανιστῆ καί θά θανατωθῆ γιά τήν Πίστι του, ἀπάντησε ἁπλά μέ δυό λέξεις:
—Χριστός Ἀνέστη!
Καί κάθε φορά, πού τοῦ ἔλεγαν νά ἀλλαξοπιστήση, ἀπαντοῦσε σταθερά μέ τήν ἀναστάσιμη ἰαχή:
—Χριστός Ἀνέστη!
Καταδικάστηκε σέ ποινή πεντακοσίων ραβδισμῶν γιά διάστημα δεκατεσσάρων ἡμερῶν. Καί ἔτσι, ὑπομένοντας μέ ἀνδρεία τά βασανιστήρια, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καί ἔλαβε τόν στέφανο τῆς ἀθλήσεως»(ΠΛ,  501).

<>


«Στή Ρωσία τοῦ 13ου αἱ., ἕνας νεαρός ἡγεμόνας, ὁ Πέτρος, παραιτήθηκε ἀπ᾽ τό θρόνο του γιατί δέν θέλησε νά χωρίση τή γυναῖκα του Φεβρωνία, ὅπως τοῦ ζητοῦσαν οἱ βογιάροι του. Στερεωμένος στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, δέν καταπάτησε τόν ἱερό θεσμό τοῦ γάμου.
Νά καί κάτι ἀπ᾽ τήν ἀρετή καί τή σύνεσι τῆς συζύγου του: Μιά ἡμέρα, καθώς ἡ Φεβρωνία ταξίδευε στό ποτάμι, ἕνας εὐγενής γοητευμένος ἀπό τήν ὀμορφιά της κυριεύθηκε ἀπό ἀσελγεῖς, ἀνήθικους λογισμούς. Ἐκείνη τότε τοῦ εἶπε νά πάρη μέ τή φούχτα νερό ἀπ᾽ τή μιά καί ἀπ᾽ τήν ἄλλη μεριά τοῦ καραβιοῦ καί τόν ρώτησε ἄν ἔνιωθε καμμία διαφορά. Αὐτός ἀπάντησε ἀρνητικά καί τότε ἐκείνη τοῦ εἶπε:
—Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει καί μέ τή γυναικεία φύσι. Γιά τό λόγο αὐτό, ματαίως λησμονώντας τή γυναῖκα σου, σκέφτεσαι μία ἄλλη (Νέος Συναξαριστής, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἰουνίου 25).
Ἔζησαν μέ μεγάλη εὐσέβεια. Καί ὅταν ἀργότερα κοιμήθηκαν τήν ἴδια ἡμέρα (25 Ἰουνίου 1228), ὁ Κύριος τούς δόξασε. Τούς ἔκανε καί τούς δύο θαυματουργούς μέχρι σήμερα!»(​Λ​Ν, 4).


​<>




Θυμᾶται ὁ π. Γεώργιος Παπακωνσταντίνου: «Τό 1974, στίς 14 Αὐγούστου [στήν Κύπρο], κατά τή δεύτερη φάσι τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς, τρεῖς στρατιῶτες φύλαγαν τό φυλάκιο στά παράλια τῆς Πάφου, 100 μέτρα ἀπ᾽ τήν ἐκκλησία τῆς Παναγίας, μέσα σ᾽ ἕνα καλαμιῶνα. Ξαφνικά ἄκουσαν ἕνα θόρυβο πού ἐρχόταν ἀπ᾽ τή μεριά τῆς ἐκκλησίας. Κοίταξαν πρός τό ναό καί εἶδαν μιά φωτιά μέσα στήν ἐκκλησία. Ἔτρεξαν νά δοῦν τί συμβαίνει. Καθώς ἀπομακρύνονταν, μία βόμβα Napalm ἔπεσε ἀκριβῶς πάνω στό φυλάκιό τους, σέ ἀπόστασι βολῆς ἀπό αὐτούς. Φυσικά καί οἱ τρεῖς στρατιῶτες σώθηκαν, ἀφοῦ ἐκείνη τήν ὥρα κατευθύνονταν πρός τήν ἐκκλησία γιά νά δοῦν τί ἦταν ἐκείνη ἡ φωτιά τήν ὁποία ἔβλεπαν μέσα στήν ἐκκλησία. Τελικά, δέν ὑπῆρχε στήν πραγματικότητα καμμιά φωτιά. Πῶς θά μποροῦσε νά τό χαρακτηρίση αὐτό κανείς, παρά ὡς ἕνα θαῦμα; Ἔκτοτε, οἱ φαντάροι αὐτοί ἔρχονται κάθε χρόνο στίς 15 Αὐγούστου στή Χάρι της καί τήν εὐχαριστοῦν»(ΙΜ, 180).



<>















«Ἕνας ἅγιος ἡσυχαστής-ἐρημίτης κάποτε εἶδε μιά πανέμορφη γυναῖκα. Καί ἐπειδή εἶχε καθαρό τό ὀπτικό καί νοερό τῆς ψυχῆς, ἀντί νά σκανδαλισθῆ, ὑψώνει τό νοῦ του ἀπ᾽ τό κτίσμα πρός τόν Κτίστη καί δοξολογεῖ. Καί λέει καί κλαίει:

“Ὦ Θεέ μου, Σύ ὁ Πλάστης πού ἔπλασες τόσα ὡραῖα πλάσματα στή Γῆ, πόσο πιό ἀσύλληπτα Ὡραῖος εἶσαι!”.

Ἀπ᾽ τήν γήινη ὡραιότητα ὑψώθηκε ἡ ψυχή του στήν Ἄκτιστη Ὡραιότητα καί Ὀμορφιά»(ΤΑ, 213).



<>







«Ὁ Ἅγ. Ἀλέξιος τοῦ Kharkov, ἕνας ταπεινός ἱερέας, ζοῦσε σέ ἕνα φτωχικό χωριό. Ἡ μόνη του περιουσία καί ὁ βοηθός του στίς ἀγροτικές ἐργασίες ἦταν ἕνα γηραιό ἄλογο.
Μία νύχτα, ἕνας νεαρός χωρικός ἀπό γειτονικό χωριό μπήκε στόν στάβλο καί ἔκλεψε τό ἄλογο. Τήν ἑπόμενη μέρα, ὁ ἱερέας εἶδε τόν νεαρό νά προσπαθῆ νά τό πουλήση στήν ἀγορά. Ἀντί νά φωνάξη τήν ἀστυνομία ἤ νά τόν διαπομπεύση, ὁ Ἅγιος πλησίασε τόν νεαρό, τόν πῆρε παράμερα καί τοῦ εἶπε ἤρεμα:
—Τέκνο μου, βλέπω ὅτι ἡ φτώχεια καί ἡ ἀπελπισία σέ ἔσπρωξαν σέ αὐτή τήν πράξι. Πάρε αὐτά τά λίγα χρήματα πού ἔχω μαζί μου γιά νά ταΐσης τήν οἰκογένειά σου, ἀλλά σέ παρακαλῶ μήν βαρύνης τήν ψυχή σου μέ τήν κλοπή.
Ὁ νεαρός, συγκλονισμένος ἀπ᾽ τήν ἀνεξικακία καί τήν καλοσύνη τοῦ ἱερέα, ξέσπασε σέ δάκρυα, ἐπέστρεψε τό ἄλογο καί ἄλλαξε ριζικά τρόπο ζωῆς, γινόμενος ἕνας ἀπό τούς πιό πιστούς πνευματικούς του μαθητές»(https://orthodoxsmile.blogspot.com).

<>


«Τό 1918, μετά τή δολοφονία τοῦ διευθυντῆ τῆς ἀστυνομίας τοῦ Πέτρογκραντ, ὁ ἱερομάρτυρας Ἅγ. Ἀλέξιος Σταυρόφσκυ, ἡλικίας τότε 84 ἐτῶν, συνελήφθη μαζί μέ πολλούς ἄλλους. Τούς ἔβαλαν στήν σειρά καί τούς εἶπαν ὅτι, ὡς ἀντίποινα, θά τυφέκιζαν ἕνα στούς δέκα, καί ὅτι οἱ ὑπόλοιποι θά ἀπελευθερώνονταν. Ὁ π. Ἀλέξιος ἦταν ἔνατος στή σειρά καί πίσω του —στή δέκατη θέσι— ἦταν ἕνα νεαρός ἱερέας. Στράφηκε πρός τό μέρος του καί τοῦ εἶπε: “Εἶμαι ἤδη ἡλικιωμένος, δέν μοῦ μένει πολύς καίρος νά ζήσω, ἡ γυναῖκα μου εἶναι ἡλικιωμένη, τά παιδιά μου μεγάλωσαν. Πήγαινε στό καλό”. Ἔτσι, πῆρε τή θέσι τοῦ νεαροῦ ἱερέα καί τυφεκίστηκε. Ὁ νεαρός ἱερέας ἐλευθερώθηκε καί πρόλαβε νά πάη στήν οἰκογένεια τοῦ π. Ἀλεξίου γιά νά τούς ἀναγγείλη τό μαρτυρικό του θάνατο, προτοῦ συλληφθῆ ξανά καί τυφεκιστῆ κι ἐκεῖνος»(NΣ, 53).



<>







«Μέσα στό ἴδιο δωμάτιο βρισκόταν καί ὁ κομμουνιστής πού εἶχε βασανίσει τόν Ἅγ. ἱερομάρτυρα Γεράσιμο τῆς Μονῆς Tismana τῆς Ρουμανίας καί ὁ ὁποῖος στή συνέχεια συνελήφθηκε ἀπ᾽ τούς συντρόφους του. Ἕνας ἀπ᾽ τούς συγκατοίκους στό δωμάτιό τους κατέθεσε ὅτι εἶχε δεῖ τόν ἱερέα, ὑποστηριζόμενο ἀπό ἄλλους δύο κρατούμενους, νά πλησιάζη τό κρεββάτι του, νά τοῦ χαϊδεύη τό κεφάλι καί νά τοῦ λέη: “Εἶσαι νέος, δέν ἤξερες τί ἔκανες. Ἀλλά νά ξέρης ὅτι σ᾽ ἀγαπῶ μέ ὄλη μου τήν καρδιά!”.

Καί συνέχισε: “Ἄν ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός μπορῶ νά σέ ἀγαπῶ τόσο, φαντάσου ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ Σαρκωμένη ἀγάπη, πόσο σέ ἀγαπᾶ! Καί ὅλοι οἱ Χριστιανοί πού βασάνισες σέ συγχωροῦν καί σέ ἀγαποῦν. Ὁ Χριστός σ᾽ ἀγαπᾶ. Ἐπιθυμεῖ τή σωτηρία σου πολύ περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο τήν ἐπιθυμεῖς ἐσύ ὁ ἴδιος. Θέλει νά εἶσαι μαζί Του στόν οὐρανό, πιό πολύ ἀπ᾽ ὅσο θέλεις ἐσύ νά εἶσαι στόν οὐρανό μαζί Του. Εἶναι μόνο ἀγάπη. Ἀλλά πρέπει νά στραφῆς πρός Αὐτόν καί νά μετανοήσης”.

Ὁ δήμιος καί τό θύμα του προσευχήθηκαν μαζί καί ἀγκαλιάστηκαν. Ὁ Ἅγ. Γεράσιμος ἐπέστρεψε στό κρεββάτι του καί τήν ἴδια νύκτα παρέδωσαν τήν ψυχή τους καί οἱ δύο! Ἦταν ἡ νύκτα τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 1951. Ἡ νύκτα πού γεννήθηκε ὁ Χριστός μέσα στήν καρδιά ἑνός κομμουνιστῆ δημίου»(ΝΣ, 203).



<>





«Σέ ἡλικία 12 ἐτῶν, ἕνας δαίμονας μέ τρομακτική μορφή τοῦ παρουσιάστηκε [τοῦ μετέπειτα Ἁγ. Νικολάου τοῦ ὑμνογράφου τῆς Γεωργίας] στόν ὕπνο του κάι τοῦ εἶπε: “Μέ πολεμᾶς, ἔτσι;” καί τοῦ ἔδωσε ἕνα κτύπημα πού τόν ἄφησε ἀναίσθητο. Μετά ἀπ᾽ τήν ἐμπειρία αὐτή, ἀναλογίστηκε: “Ἄν ὁ διάβολος ὑπάρχει, αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόδειξι ὅτι καί ὁ Θεός ὑπάρχει!”»(ΝΣ, 98).



<>







«Μιά μέρα κατά τήν ὁποία ὁ Ἅγ. Ἰάκωβος Τσαλίκης τῆς Εύβοιας, πήγαινε σ᾽ ἕνα χωριό μέ τό τίμιο λείψανο τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ξέσπασε τρομερή καταιγίδα. Ὁ π. Ἰάκωβος προσευχήθηκε καί τάχυνε τό βῆμα γιά νά προστατέψη τό λείψανο· σέ περίμετρο ἑνός μέτρου γύρω του δέν ἔπεσε οὔτε σταγόνα, μέ ἀποτέλεσμα νά φθάση στό χωριό χωρίς νά ἔχη βραχει. Στήν ἐπιστροφή του, ἡ ὁποία ἔγινε μέ καθυστέρησι, τόν πρόλαβε ἡ νύχτα ἐνῶ βρισκόταν κοντά σέ μιά χαράδρα. Ἔσφιξε μέ δύναμι τόν Ἅγιο στήν ἀγκαλιά του ψιθυρίζοντας μιά προσευχή· ἕνα φῶς ἐμφανίστηκε τότε γύρω του γιά νά τοῦ δείχνη τό δρόμο μέχρι τό μοναστήρι»(ΝΣ, 135).



<>







Ἔλεγε ὁ Ἄγ. Ἀρσένιος Boca τῆς Ρουμανίας: «“Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τούς μεγαλύτερους ἁμαρτωλούς εἶναι μεγαλύτερη ἀπ᾽ τήν ἀγάπη τῶν μεγαλύτερων Ἁγίων γιά τό Θεό”. Ἤ ἀκόμη: “Ὁ πιό μακρύς δρόμος εἶναι ἐκεῖνος πού πηγαίνει ἀπ᾽ τό αὐτί στήν καρδιά”»(NΣ, 151).



<>









Φθάνοντας στή μέση τῆς νύκτας, οἱ πράκτορες τῆς Securitate συνέλαβαν τόν Ἅγ. Κλεόπα Ilie, τόν ἱερομόναχο Ἀρσένιο Papacioc καί τόν δόκιμο Κων/νο Demetrescu. Τούς ὁδήγησαν στό Fălticeni καί, ἀφοῦ τούς κτύπησαν, τούς ἔριξαν σ᾽ ἔνα ὑπόγειο μέ ἑκατοντάδες λάμπες ἀναμμένες. Τούς ὑπέβαλαν σέ ὁλονύκτια ἀνάκρισι, ὥστε νά ἀναγκαστοῦν νά ὁμολογήσουν ὅτι “μέ τή θρησκευτική προπαγάνδα τήν ὁποία ἀσκοῦσαν ἦταν ἔνοχοι ὑπονομεύσεως τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας”. Ὁ π. Κλεόπας διηγεῖται: “Τά μάτια μου δέν ἔβλεπαν πιά τίποτε καί ἡ ζέστη ἦταν ἀνυπόφορη. Τότε, κατεβάζοντας τό νοῦ μου στήν καρδιά, προσευχόμουν μέ τό ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με ̓. Μία ὥρα ἀργότερα μέ ἔβγαλαν ἀπό ἐκεῖ καί ὅλοι ἔμειναν ἔκπληκτοι πού μέ ἄκουγαν νά μιλῶ καί μέ ἔβλεπαν νά περπατῶ χωρίς βοήθεια ἀπό κανένα, ἐνῶ ὅσοι εἶχαν ὑποστῆ τέτοια ἀνάκρισι ἔβγαιναν σχεδόν τρελλοί”»(NΣ, 172).





<>







Ἔλεγε ὁ Ἅγ. Κλεόπας Ilie τῆς Ρουμανίας: «Μακάρι νά σᾶς ρουφήξη ὁ Παράδεισος!»(ΝΣ, 176).



<>









«Ἐπισκέφθηκε ὁ Ἅγ. Κλεόπας Ilie τῆς Ρουμανίας στή Σερβία τόν Ἅγ. Ἰουστίνο Popović στή Μονή Ćelije καί τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὅτι σκόπευε νά ἀποσυρθῆ στόν Ἄθωνα. Ὁ Ἅγ. Ἰουστίνος τοῦ εἶπε: “π. Κλεόπα, ἄν πᾶς στό Ἅγ. Ὄρος, θά προσθέσης ἕνα ἄνθος στό περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἀλλά τούς πιστούς, σέ ποιόν θά τούς ἀφήσης; Στόν Ἄθωνα θά ὠφελήσης τόν ἑαυτό σου. Ἀλλά στή χώρα σου θά μπορῆς νά ὠφελήσης καί ἄλλους, ὁδηγώντας στό Θεό πολλές ψυχές πού στεροῦνται ὁδηγοῦ. Κατά τή γνώμη μου, μεῖνε στή χώρα σου, ἐκεῖ θά βρῆς τή σωτηρία καί θά βοηθήσης καί ἄλλους νά σωθοῦν”»(ΝΣ, 178).





<>







Μαρτυρία Πάνου Ἰωάννου Μυρτιώτη [Κύπρος 1974, εἰσβολή τῶν Τούρκων]: «Στό ὁδόφραγμα τοῦ Λήδρα Πάλας, παρέλαβαν τή γυναῖκα του καί τίς δύο κόρες του καί τίς πῆραν σ᾽ ἕνα ἀστυνομικό σταθμό, ὅπου τούς ἀνακοίνωσαν τά δυσάρεστα.

Ὁ στοργικός σύζυγος καί πατέρας, ὁ Δημήτρης Στρατῆς, εἶναι νεκρός, κι αὐτές, τρεῖς γυναῖκες ἀπροστάτευτες καί ἄπορες νά ἀνεβαίνουν τό Γολγοθᾶ τῆς προσφυγιᾶς.

Σήμερα, 28 χρόνια μετά, οἱ δυό θυγατέρες τοῦ Στρατῆ, ἡ Σωτηρούλα καί ἡ Κάλια, ὅταν μιλοῦν γιά τόν πατέρα τους τά μάτια τους βουρκώνουν. Ἡ μεγάλη, ἡ ξενιτεμένη Σωτηρούλα, ὅπως ἡ ἴδια παραδέχεται, ὥς τελευταῖα, μισοῦσε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς της τούς Τούρκους, διότι τούς θεωρεῖ ὑπεύθυνους γιά τό μαρτυρικό θάνατο τοῦ ἀθώου πατέρα της. Τό μίσος της ὅμως καταλάγιασε, ὅταν εἶδε σ᾽ ἕνα σχεδόν ζωντανό ὄνειρο τόν πατέρα της πού τῆς ψιθύρισε: “Συγχώρα τούς Τούρκους παιδί μου. Ἐγώ τούς συγχώρεσα!”»(IM, 425).



<>








π. Σάββας Ἀχιλλέως: «Να πιστεύουμε στό Νόμο τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός δέν θά μᾶς ἐγκαταλείψη. Εἶχα τήν περίπτωσι στήν Κύπρο μιᾶς χήρας, ἡ ὁποία εἶχε ἕξι παιδιά. Καί σηκώθηκε ἕνα Σάββατο τό πρωΐ καί δέν εἶχε τίποτε γιά τά ἕξι παιδιά της.
Καί πῆρε τή σκούπα γιά νά σκουπίση τό σπίτι καί ἀνέτειλε ὁ ἥλιος καί ἔπεσε ἐπάνω της καί δόξασε τό Θεό καί εἶπε:
—Θεέ μου, εἶδα καί σήμερα τόν ἥλιο... Δόξα Σοι ὁ Θεός!
Καί ὅπως σκούπιζε ἡ γυναῖκα, ἔβγαιναν ἀπ᾽ τή σκούπα χρήματα! Κάθε φορά κατά τήν ὁποία σκούπιζε, ἔπεφταν χρήματα! Καί δόξασε τό Θεό καί εἶπε:
—Θεέ μου, δέν μέ ἐγκαταλείπεις!...»(​Π​Σ, 403).

Κ.

<>




Ο Άγιος Νεκτάριος το 1920 προσεβλήθη από προστάτη. Τότε προαισθάνθηκε τον θάνατο του. Καθώς προσευχόταν είπε στη Μοναχή Νεκταρία:

-Ας ευλογήσω για τελευταία φορά το Μοναστηράκι μου και τους Χριστιανούς της νήσου,διότι σε λίγο θα απέλθω.

– Που θα πας; τον ρώτησε η Μοναχή.

-Εις τους Ουρανούς,της απάντησε.

– Και τι θα γίνουμε εμείς,χωρίς εσένα;

-Σεις να είστε καλές,τις απαντούσε και θα έρθουν πολλοί να σας προστατεύσουν.Θα ρθούνε λαϊκοί και Ιερείς και Αρχιερείς.

Από τότε οι πόνοι έγιναν αφόρητοι.Οι Μοναχές τον μετέφεραν στο Αρεταίειον Νοσοκομείο.

-Καλόγηρος είναι; ρώτησε ο υπάλληλος που του έπαιρνε τα στοιχεία ?

-Όχι, Δεσπότης,του απάντησε η Μοναχή.

-Άφησε τα αστεία,Γερόντισσα.Πες το όνομα του για να συμπληρώσω το δελτίο.

-Δεσπότης παιδί μου.Είναι ο Πενταπόλεως.

-Δεσπότης και δεν έχει χρυσό εγκόλπιο και χρήματα;

Πράγματι δεν είχε χρήματα και τον έβαλαν με τους άπορους,με τους ανιάτους και με τους μελλοθανάτους.

Έζησε εκεί δύο μήνες με φρικτούς πόνους και παρέδωσε το πνεύμα του,προσευχόμενος και γαλήνιος,το βράδυ 8 Νοεμβρίου του 1920 αφού προηγουμένως μετέλαβε των Αχράντων Μυστήριων.

Όταν όμως ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του,στο θάλαμο οι αδελφές τον άλλαξαν προς ενταφιασμό και του φόρεσαν καθαρά ρούχα

.Τη φανέλα του όμως,όταν την έβγαλαν την έριξαν προς στιγμή,στο διπλανό κρεββάτι,που ήταν ένας παράλυτος.

Παραδόξως όμως ο παράλυτος κατάλαβε ότι έγινε καλά.Σηκώθηκε από το κρεββάτι υγιής και περπατούσε και δόξαζε τον Θεό.

Ο θάλαμος του Νοσοκομείου, μέσα στον οποίο εκοιμήθη ο Άγιος,έπειτα από λίγη ώρα μοσχοβόλησε και επί μήνες ευωδίαζε.

Γι αυτό και δεν είχαν βάλει κανένα ασθενή εκεί.Και έκτοτε το δωμάτιο αυτό το χρησιμοποιούσαν ως τόπο προσκυνήματος.

Κ.


​<>







Η μετά θάνατον εμφάνιση του Αγίου Νεκταρίου στον χωροφύλακα

Όταν ακόμη ζούσε ο Άγιος έλεγε εις ένα χωροφύλακα άπιστον, να πιστέψει. Ότι υπάρχει δηλαδή Θεός, να μετανοήσει, να εξομολογηθεί, να εκκλησιάζεται, να κοινωνεί. Ο χωροφύλαξ όμως δεν επίστευε σε τίποτα. Πάντως ήλθεν εποχήν που ο χωροφύλαξ μετετέθη επί 12 χρόνια, από την Αίγιναν εις την Μακεδονίαν.

Μετά όμως ξαναγύρισε εις την Αίγιναν, εις την παραλίαν της Αιγίνης, συνήντησε τον Άγιον Νεκτάριον, ο οποίος του επανέλαβε τα ίδια περί πίστεως λόγια. Εις την συνέχειαν ο χωροφύλαξ επήγε εις το καφενείον και ευρήκε τους παλαιούς του φίλους και συν τοις άλλοις τους είπε:

"Εντύπωση μεγάλη μου κάνει πως αυτός ο Ηγούμενος της Αγίας Τριάδος (της Μονής του Αγίου) ζει ακόμη".
"Ποιος Ηγούμενος;" τον ρωτούν.

"Ο Ηγούμενος της Αγίας Τριάδος".

"Μα ο Ηγούμενος της Αγίας Τριάδος, έχει πεθάνει τρία χρόνια τώρα".

"Πώς είπατε, έχει πεθάνει τρία χρόνια; Μα εγώ τώρα τον συνάντησα στο δρόμο και τα είπαμε!".

Ιερά συγκινήσις κατέλαβε πάντας, ως και τον χωροφύλακα όταν διαπίστωσε ότι ο Άγιος παρουσιάσθηκε για να τον συνετίσει και τρέμοντας επήγε εις το Μοναστήρι και προσεκύνησε μετανοημένος, τον Χριστόν και τον Άγιον Νεκτάριον.

Κ.


<>







«Μέ τήν προσευχή ἑνός μοναχοῦ ξεπηδᾶνε πηγές μέ νερό. Ἀρκεῖ νά τοῦ πῆς: “θέλουμε νερό”, καί ἔρχεται, προσεύχεται δύο-τρεῖς ὧρες, χτυπάει μέ τό κομποσχοίνι του τό βράχο καί βγαίνει νερό»(ΑΑ, 142).

Κ.


<>







«Συνέβη πρίν ἀπό 70 χρόνια ἀλλά ἀκομη τό θυμᾶμαι σάν νά ἦταν χθές. Ὡς μηχανοδηγός, ταξίδευα ἕνα βράδυ μέ τό τραῖνο. Βιαζόμασταν, παρόλο πού ἦταν σκοτάδι καί ὁ καιρός θυελλώδης. Καθώς ἔτρεχα σέ μιά μεγάλη στροφή, ξαφνικά εἶδα κόκκινα φῶτα μπροστά μου. “Φρένο, John, φρένο!”, φώναξα. “Φρένο ἀλλιῶς θά εἶναι πολύ ἀργά!”. Ὁ συνάδελφός μου κατάφερε καί σταμάτησε τό τραῖνο. Δέν ἀπείχαμε οὔτε ἕνα δευτερόλεπτο καί τά συντρίμμια μέ μιά ἐμπορική ἁμαξοστοιχία πού εἶχε ἐκτροχιαστῆ θά βρισκόντουσαν μπροστά μας. Δέν μπορῶ νά φανταστῶ τί θά εἶχε συμβῆ ἄν δέν εἴχαμε φρενάρει...

Ἤμουν εὐγνώμων πού εἶχα δεῖ ἐγκαίρως τά κόκκινα φῶτα τῆς οὐρᾶς τοῦ τραίνου. Λίγο ἀργότερα, μοῦ τά θύμισαν ξανά. Κάποιος μέ ἐπισκέφθηκε καί μέ ρώτησε: “Ἔχετε σκεφτῆ ποτέ τί θά σᾶς συμβῆ μετά τό θάνατο; Ἔχετε ἀναρωτηθῆ ἄν ὁ Θεός μπορέση νά σᾶς δείξη ἕνα λευκό φανάρι διελεύσεως ἤ ἄν πρέπη νά σᾶς δείξη τό κόκκινο φανάρι;”.

Μοῦ ἦταν ξεκάθαρο ὅτι ὁ Θεός δέν μποροῦσε τότε νά μοῦ δείξη ἕνα λευκό φανάρι διελεύσεως. Κρατοῦσε γιά μένα τό κόκκινο γιά νά μέ ξυπνήση καί νά μέ προειδοποιήση. Συνειδητοποίησα ὅτι ἤμουν ἁμαρτωλός στά μάτια τοῦ Θεοῦ καί διεκδίκησα τή σωτηρία Του γιά τόν ἑαυτό μου προσωπικά. Τώρα ξέρω ὅτι κατέχω τή “λύτρωσι μέσῳ τοῦ αἵματός τοῦ Ἰησοῦ, τή συγχώρεσι τῶν ἁμαρτιῶν μου σύμφωνα μέ τόν πλοῦτο τῆς Χάρις Του”(Ἐφ 1, 7).

Ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς βρίσκεται στό δρόμο σ᾽ ἕνα προσωπικό ταξίδι μέσα στή ζωή. Γιά τόν καθένα μας, τό ταξίδι τελειώνει στήν αἰώνιότητα. Ἄν ἔχετε ζωή ἀπ᾽ τό Θεό, ἕνα “λευκό” φῶς λάμπει γιά σᾶς. Διαφορετικά, λάμπει “κόκκινο”. Ἄν λάμπη “κόκκινο”, ὁ Θεός σᾶς προειδοποιεῖ καί πάλι σήμερα. “Πῶς θέλετε ἐκφύγει, ἐάν ἀμελήσετε τόσον μεγάλην σωτηρίαν;”(Ἑβρ 2, 3). Αυτό το "λευκό" φως το λαμβάνουμε με την Θεία Εξομολόγηση.

Κ.


<>







«Ὁ νεαρός ἐξερευνητής Ρεϊμόντ Μοφραί προσπάθησε νά φύγη ἀπ᾽ τή Γουϊάνα πρός τή Βραζιλία μόνος, περνώντας μέσ᾽ ἀπό μία ἀπ᾽ τίς λιγότερο γνωστές περιοχές τῆς χώρας. Γιά ἕνα διάστημα, τά νέα του ἦταν τακτικά, μέχρι πού ἐξαφανίστηκε χωρίς ν᾽ ἀφήση ἴχνη. Ἕξι ἑβδομάδες ἀργότερα, ἕνας ντόπιος βρῆκε τό ἡμερολόγιο τοῦ Ρεϊμόν, τό ὁποῖο εἶχε ἀφήσει σ᾽ ἕνα ἐγκαταλελειμμένο οἰκισμό. Πεπεισμένος ὅτι ὁ γυιός του δέν εἶχε πεθάνει, ὁ πατέρας του ἀποφάσισε νά τόν ἀναζητήση. Γιά δώδεκα χρόνια, κάλυψε συνολικά 12.000 χιλιόμετρα σέ 22 ἀποστολές ἀναζητήσεως παρά τίς κακουχίες καί τούς κινδύνους. Ἔψαχνε γιά τό γυιό του μέ ἀταλάντευτη ἐπιμονή, στά βάθη τῶν ἀρχέγονων δασῶν καί στά ὕψη τῶν βουνῶν. Χάραξε τό ὄνομά του σέ κορμούς δέντρων καί ἄφηνε μηνύματα σέ μπουκάλια. Ὁρμώμενος ἀπ᾽ τήν ἐπιθυμία νά βρῆ τό γυιό του, ἀγνόησε τήν πείνα καί τή δίψα καί τή συνεχή ἀπειλή τῆς ζωῆς του ἀπ᾽ τίς φυλές τῶν ἰθαγενῶν, τά ἁρπακτικά ζῶα καί τά φίδια. Τελικά, ἐγκατέλειψε τήν ἔρευνα. Τελείως συντεντριμμένος καί γερασμένος ἀπ᾽ τά χρόνια, ἐπέστρεψε. “Ἀφῆστε με ἥσυχο”, εἶπε σέ ὅλους αὐτούς πού ἐπαινοῦσαν τό θάρρος του. “Εἶμαι μόνο ἕνας φτωχός ἄνθρωπος πού ἔχασε τό γυιό του”.

Ἕνα ἐντυπωσιακό γεγονός! Δέν μᾶς θυμίζει Αὐτόν πού ἦρθε ν᾽ ἀναζητήση καί νά σώση τούς χαμένους: Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἄφησε κάποτε τή δόξα τοῦ οὐρανοῦ καί ἦρθε σ᾽ αὐτή τή Γῆ. Ἀποδέχτηκε τά πάντα προκειμένου νά φέρη αἰώνια σωτηρία. Ἀπό αὐτούς πού ἤθελε νά σώση, βίωσε τήν πιό πικρή ἀντίστασι καί μόνο περιφρόνησι. Στό τέλος, πέθανε στό Σταυρό, ἀπό ἀγάπη γιά ἐσᾶς καί γιά μένα! Ὅπως αὐτός ὁ στοργικός πατέρας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ ψάχνει ἀκόμα καί σήμερα. Θά Τόν ἀφήσης νά σέ βρῆ; Ἡ χαρά Του θά εἶναι ἀφάνταστα τεράστια!»(​Η​Κ 2025).




<>







«Ἕνα πρωϊνό, πρόσεξα ἕνα ἀνθισμένο κρίνο {Lilium} στόν κῆπο μου. Τί ὄμορφη ἔκπληξι! Οἱ κρίνοι αὐτοί ἀνθίζουν συνήθως τήν περίοδο τῶν βροχῶν κι ὄχι μέσα στή κάψα τοῦ καλοκαιριοῦ! Νά πού, ὅμως, ἄνθισε καί μεγάλωσε καί “χόρευε” μέ τόν ἀέρα.

Ἄν καί δέν τό εἶχα προσέξει, τό ἄνθος προετοιμαζόταν γιά καιρό ν᾽ ἀνθίση. Τά κύτταρα τοῦ φυτοῦ ὀργανώθηκαν καί σχημάτισαν τό μπουμπούκι, θρεπτικά συστατικά καί νερό τό ἔθρεψαν καί ὁ κρίνος μεγάλωσε καί ἄνθισε. Ὁ Θεός τό εἶχε προετοιμάσει γιά νά ἀνθίση, ὅμως, ἡ προετοιμασία ἦταν ἀόρατη.

Ὅπως οἱ κρίνοι μου, ἔτσι καί ἡ ζωή μᾶς φέρνει ὄμορφες, ἀπρόοπτες ἐκπλήξεις πού ἀνανεώνουν τήν ψυχή μας. Δέν συμβαίνουν τυχαῖα, τίς προετοιμάζει ὁ Κύριος.

Πολλές φορές περιμένουμε τόν Κύριο μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά ἐκπληρώση τούς πόθους μας καί μπορεῖ νά μήν συνειδητοποιοῦμε τήν προετοιμασία πού πραγματοποιεῖται στή ζωή μας. Ποιός ξέρει τί εἶναι τό καλύτερο γιά μᾶς καλύτερα ἀπ᾽ τόν Κύριο. Μπορεῖ νά νιώθουμε πώς ἡ ζωή μας εἶναι ἀνιαρή καί στείρα, καθώς ὅμως περιμένουμε τόν Κύριο, μᾶς προετοιμάζει γιά ὅσα θά ἔρθουν καί ξαφνικά θά ἀνθίσουν στή ζωή μας, ὅπως ὁ κρίνος μου»(ΠΕ, 393).




<>










«Ἔξω ἀπό ἕνα χωριό τῶν Τρικάλων, ζοῦσε μία χήρα γυναῖκα, ἡ ὁποία γνώριζε ὅτι καμμία ἀπ᾽ τίς γυναῖκες τῶν γύρω χωριῶν, δέν καταδεχόταν νά φτιάχνη προσφορά γιά τήν Ἐκκλησία. Ἐκείνη, ὅμως, παρά τή φτώχεια της, ἔφτιαχνε 10-12 πρόσφορα κάθε Κυριακή καί τά μοίραζε στούς ναούς τῆς περιοχῆς. Καί κάποια μέρα, τῆς ἐμφανίζεται ἡ Παναγία στόν ὕπνο της καί τῆς βάζει ἕνα χρυσό δαχτυλίδι στό χέρι της, καί τῆς λέει: “Αὐτό τό χέρι, πού κάνει αὐτή τή δουλειά, ἀξίζει αὐτό τό βραβεῖο!”. Ἡ χήρα ὅταν ξύπνησε, εἶδε στό χέρι της, τό χρυσό δαχτυλίδι. Καί τρομαγμένη ὅπως ἦταν, ἔτρεξε στό κοντινό μοναστήρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, γιά νά ἀναγγείλη τό γεγονός αὐτό. Μεγάλη εὐλογία εἶναι ὅσες φτιάχνουν πρόσφορο γιά τήν Ἐκκλησία! Μεγάλο πρᾶγμα!»(ΠΔ, 130).




<>




«Οἱ ἄνθρωποι ἀναρωτιοῦνται καί δέν μποροῦν νά καταλάβουν, πώς στή Θ. Κοινωνία, ὁ ἄρτος γίνεται Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ οἶνος γίνεται Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Καί σᾶς ρωτῶ: Ἔχετε πάει ποτέ σας στόν ἰατρό; Καί ἄν εἶστε λίγο εὔσωμοι, τί σᾶς εἶπε ὁ ἰατρός νά μειώσετε στήν διατροφή σας, ὥστε νά χάσετε κάποια κιλά; Τό ψωμί! Καλά, τό ψωμί πού τρώω γίνεται σάρκα καί αἷμα μου; Ὥστε ἄν βγάλω τό ψωμί ἀπ᾽ τό συσσίτιό μου θά πέσουν τά κιλά, μου; Ἀσφαλῶς θά πέσουν! Ὥστε ὁ ὀργανισμός μου μπορεῖ νά μεταβάλλη τόν ἄρτο, σέ σάρκα καί αἷμα. Καί ἐντούτοις οἱ ἄνθρωποι, πού ὁ ὀργανισμός τους μυστηριωδῶς μεταβάλλει τόν ἄρτο τοῦ φούρνου τόν ὁποῖο τρώει σέ σάρκα καί γίνονται κιλά καί τόν οἶνο τόν ὁποῖο πίνει τόν κάνει αἷμα, οἱ ἴδιοι νά ἀμφισβητοῦν, ὅτι αὐτό δέν μπορεῖ νά τό κάνη ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, στό Μυστήριο τῆς Θ. Κοινωνίας! Καί ἐφόσον, ταλαίπωρε ἄνθρωπε, δέν μπορεῖς νά ἐξηγήσης πῶς τό ψωμί τό ὁποῖο τρῶς γίνεται σάρκα σου, πῶς ζητᾶς νά ἐξηγήσης καί νά καταλάβης αὐτό τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας;»(ΠΔ, 127).







<>










«Στήν ἐδῶ προσωρινή δοκιμαστική ζωή μας ὁ Χριστός εἶναι συνήγορός μας, στή μέλλουσα θά εἶναι ὁ δικαστής μας, καί ἀλίμονο στόν ἄνθρωπο πού δέν ἀξιοποίησε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, διά μέσου τῆς ἐξομολογήσεως»(ΠΔ, 137).




<>







«Ὁ Χριστός δέν ζητᾶ λογαριασμό ἀπ᾽ τόν ἄνθρωπο γιά νά πληρώση τίς ἁμαρτίες του, ἀλλά ζητᾶ λογαριασμό γιά νά τοῦ τίς χαρίση, καί ὁ ἄνθρωπος δέν πηγαίνει νά ἐξομολογηθῆ, γιατί τόν ξεγελάει ὁ σατανᾶς»(ΠΔ, 142).







<>







Κάποτε μιά συντροφιά ὀρειβατῶν ἔφτασε σ᾽ ἕνα ψηλό μέρος, πού θεωρεῖτο πραγματική ὄασι. Εἶχε πλούσια βλάστησι, μέ πανέμορφα λουλούδια καί ὡραῖο κῆπο. Νά, ὅμως, πού τώρα ὅλα αὐτά εἶχαν ξεραθῆ! Δέν ἦταν ἐκείνη ἡ ὀμορφιά πού εἶχαν στό μυαλό τους. Παραπέρα ὑπῆρχε καί μία βρύση καί ὅταν πῆγαν νά πιοῦν δροσερό νερό ἀπ᾽ αὐτή, διαπίστωσαν ὅτι ἦταν ξερή καί δέν ἔβγαζε νερό. Ἀπόρησαν ὅλοι... “Τί ἔγινε;”, ἀναρωτήθηκαν ὅλοι. Κάποιος ἀπ᾽ τήν παρέα, πού γνώριζε καλά τήν περιοχή, τούς εἶπε πώς θά πήγαινε μόνος του πιό ψηλά, ὅπου ὑπῆρχε μιά μεγάλη λίμνη, ἀπ᾽ τήν ὁποία διοχετεύονταν ἡ βρύση καί ὅλη ἡ περιοχή, γιά νά δῆ πῶς ἔχει τό θέμα. Πηγαίνει, λοιπόν, πάνω καί βλέπει ἄφθονο καί γάργαρο νερό, τό ὁποῖο ὅμως παραδόξως, δέν διοχετευόταν στήν περιοχή πού βρίσκονταν οἱ φίλοι του. Διαπίστωσε, ὅτι στήν ὀπή μέσῳ τῆς ὁποίας διοχετευόταν τό νερό, ὑπῆρχαν φύλλα καί ξύλα, τά ὁποῖα ἔφραζαν τήν ὀπή καί παρεμπόδιζαν τή δίοδο τοῦ νεροῦ. Ἐκεῖ πάνω ὑπῆρχε ὁλόκληρη λίμνη, καί κάτω εἶχαν ξεραθῆ τά πάντα. Τά φύλλα καί τά ξύλα εἶναι οἱ ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου πού μπαίνουν καί φράττουν τήν ὀπή, ἀπ᾽ τήν ὁποία “ἀρδεύεται” ὁ ἄνθρωπος ἀπ᾽ τό Θεό, καί ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα νά μαραζώνεται ἡ ὡραιότητα τῆς ψυχῆς του. Μέ τό Ι. Μυστήριο της Θείας Εξομολόγησεως καθαρίζουμε όλα τα φύλλα και ξύλα τῆς ψυχῆς μας.




<>




«Κάποτε σέ μιά μάχη, πιάστηκαν αἰχμάλωτοι κάποιοι ἀξιωματοῦχοι τοῦ ἐχθροῦ. Καί ἀκριβῶς ἐκείνη τή στιγμή περνοῦσε ἀπό μπροστά τους ὁ βασιλιάς. Οἱ ἀξιωματοῦχοι προκειμένου νά τόν ἐξευμενίσουν, ὑποκλίθηκαν μπροστά του καί τόν χειροκρότησαν. Ἐκεῖνος, ὅμως, γυρίζει καί τούς λέει μέ σοβαρότητα: “Δέν ἐπιθυμῶ κύριοι τίς τιμές καί τά χειροκροτήματά σας. Ἐπιθυμῶ τά σπαθιά σας!”. Ἔτσι λέει καί ὁ Χριστός! “Δέν μέ ἐνδιαφέρουν τά λιβάνια καί οἱ προσφορές σας. Τίς ἁμαρτίες σας θέλω! Ἐγώ δέν σταυρώθηκα γιά λιβάνια καί προσφορές, ἀλλά γιά τίς ἁμαρτίες σας!”. Καταλάβατε; Ὄχι ὅτι δέν δέχεται τά λιβάνια καί τίς προσφορές, ἀλλά πρῶτα θέλει τίς ἁμαρτίες μας. Θέλει τή μετάνοιά μας με τή Θεία Εξομολόγησι»(ΠΔ, 137).







<>







«Ἐμεῖς πολλές φορές πᾶμε καί ἐξομολογούμαστε, τί κάνουν οἱ ἄλλοι. “Ὡραῖα” ἔκανε ἕνας ἱερέας κάποτε, πού κάποια πῆγε νά ἐξομολογηθῆ καί κατηγοροῦσε τόν ἄνδρα της. Ὅταν διάβασε ὁ πάτερ τή συγχωρητική εὐχή, εἶπε: “τοῦ δούλου Σου Γεωργίου” καί ἐκείνη ἀντέδρασε, λέγοντας:

—Ὄχι πάτερ, Κατίνα μέ λένε!

—Μά ἐσύ γιά τό Γεώργιο ἐξομολογήθηκες!, τῆς ἀπάντησε ὁ πάτερ»(ΠΔ, 135).







<>







Δημήτριος Παναγόπουλος, ἱεροκήρυκας:

«Μιλοῦσα στήν Ἁγ. Βαρβάρα στήν Ἀθήνα. Ἦταν περίοδος σαρακοστῆς καί πήγαινα τά ἀπογεύματα στούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας καί μιλοῦσα. Ἕνας ἀπ᾽ τούς ἐπιτρόπους τῆς ἐκκλησίας, πού ἦταν λεπρός, ἀπ᾽ τήν Κέρκυρα, εἶχε 37 χρόνια ἐκεῖ μέσα καί ποτέ δέν ἐξομολογήθηκε καί ποτέ δέν κοινώνησε. Ἔπειτα ἀπ᾽ τίς ὁμιλίες πού ἄκουσε, ἐξομολογήθηκε καί κοινώνησε. Καί ὅταν βρέθηκε τό φάρμακο κατά τῆς λέπρας, ἦταν ὁ πρῶτος πού ἔγινε καλά καί ἔφυγε γιά τήν πατρίδα του, τήν Κέρκυρα. Ἦταν χαρακτηριστικό αὐτό τό γεγονός, ὅτι ὁ Θεός τόν ἐλέησε, ἔπειτα ἀπ᾽ τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγησί του»(ΠΔ, 19).




<>







Δημήτριος Παναγόπουλος, ἱεροκήρυκας:

«Μιά πνευματική γυναῖκα, μοῦ φανέρωσε μιά μέρα τήν ἀποκάλυψί της. Εἶχε πάει Μ. Πέμπτη στήν ἐκκλησία καί τήν ὥρα πού τό πλῆθος τοῦ κόσμου ἑτοιμαζόταν νά κοινωνήση, συλλογίστηκε τό ἑξῆς: “Ἄραγε, ποιοί ἀπό αὐτούς τούς ἀνθρώπους προετοιμάστηκαν καταλλήλως γιά τό Μυστήριο αὐτό;”. Μάλιστα γιά αὐτούς, πού δέν προετοιμάστηκαν καταλλήλως, προσευχήθηκε λέγοντας: “Θεέ μου, συγχώρεσέ τους!”. Τότε, ὅπως λέει ἡ ἴδια, βλέπει τόν παππᾶ μέ τήν Ἱ. Λαβίδα νά κοινωνῆ τούς πιστούς. Καί συνέβαινε κάτι παράδοξο. Σέ πολλούς τήν ὥρα πού κοινωνοῦσαν, ἕνας ἄγγελος Κυρίου, ἔπαιρνε τή Θ. Μετάληψι ἀπ᾽ τήν Ἱ. Λαβίδα καί τήν ἐπέστρεφε στό Ἱ. Ποτήριο καί οἱ ἄνθρωποι αὐτοί λάμβαναν ἁπλά ἄρτο καί οἶνο καί ὄχι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Παρατήρησε, ὅτι ἀπ᾽ τούς 100 πού πήγαιναν νά κοινωνήσουν, στούς 95 συνέβαινε αὐτό τό πράγμα. Προφανῶς αὐτοί προσέρχονταν στό Μυστήριο ἀπροετοίμαστοι καί οὐσιαστικά δέν κοινωνοῦσαν, ἄν καί στήν πράξι φαίνονταν ὅτι συμμετεῖχαν στό Μυστηρίο αὐτό»(ΠΔ, 20).







<>




«Ὅταν ὁ Θεός βλέπει τόν ἄνθρωπο, ὅτι βλέπει πάνω, τότε βλέπει ὁ Θεός κάτω σ᾽ αὐτόν»(ΠΔ, 66).




<>




«Κατά τό κήρυγμα, τό Πνεῦμα τό Ἅγιο εἶναι παρόν, τό ὁποῖο ὁδηγεῖ τή γλῶσσα τοῦ ὁμιλητῆ, ὁσοδήποτε ἁμαρτωλός καί ἄν εἶναι, γιά τό συμφέρον τῶν ἀκροατῶν. Γι᾽ αὐτό πᾶς πολλές φορές σ᾽ ἕνα κήρυγμα καί σοῦ λέει ὁ ἄλλος:

—Αὐτό ἦταν γιά μένα ἀπόψε!

—Μά πῶς ἦταν γιά σένα, ἀφοῦ ὁ ὁμιλητής δέν σέ γνώριζε κἄν.

Πρό ἐτῶν μιλοῦσα στήν πλατεία Κάνιγγος καί ὅταν τελείωσα, κατέβηκα ἀπ᾽ τήν ἕδρα καί μέ πλησίασε ἕνας κύριος καί κουνώντας τό χέρι του ἀπειλητικά, μοῦ εἶπε:

—Θά μποροῦσα νά πῶ, ὅτι εἶστε ὅλοι ρουφιάνοι ἐδῶ μέσα, ἄν μέ γνωρίζατε!

Κατάλαβα τί συνέβη... Καί τοῦ λέω:

—Εὐτυχῶς πού δέν σᾶς γνωρίζουμε καί ἔτσι δέν εἴμαστε ρουφιάνοι.

Αὐτός ἐπί ἔτη, τόν παρακαλοῦσε ἡ γυναῖκα του, νά ἔρθη ἔστω καί σέ μία ὁμιλία μου καί δέν ἐρχόταν. Ἔφερνε τή γυναῖκα του μέ τό αὐτοκίνητο νά ἀκούση τήν ὁμιλία καί ὁ ἴδιος τήν περίμενε ἔξω σέ μία ταβέρνα, ὅπου ἔπινε τίς μπύρες καί ἔτρωγε τά σουβλάκια του. Μετά ἀπό πέντε χρόνια πείστηκε καί ἦρθε στήν ὁμιλία. Εἶπε μέσα του: “Δέν πάω νά δῶ, τί κάνουν καί λένε οἱ βλάκες ἐκεῖ μέσα;”, (θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἔξυπνο διότι ἦταν διευθυντής στήν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος). Μπῆκε στήν αἴθουσα πού ἦταν σχεδόν γεμάτη καί ἔμεινε ὄρθιος κάπου στή μέση. Ὅταν ξεκίνησα τήν ὁμιλία μου, ἄρχισα νά μιλῶ γι᾽ αὐτόν, χωρίς κἄν νά τόν ξέρω. Ἀλλά αὐτά πού ἔλεγα, ἦταν γι᾽ αὐτόν! Αὐτός τά ᾽χασε, “αὐτός μέ γνωρίζει”, εἶπε μέσα του καί νόμισε ὅτι ἡ γυναῖκα του μίλησε σέ μένα γι᾽ αὐτόν. Καί πῆγε νά φύγη ἀπ᾽ τήν αἴθουσα. Ἀλλά ποῦ νά πάη; Ὁ κόσμος ἦταν τόσο πολύς πού δέν μποροῦσε νά φύγη, ὡστόσο ζήτησε θέσι νά κάτση, γιά νά μή τόν βλέπω...! Καί μιλοῦσα μία ὥρα καί δέκα λεπτά γι᾽ αὐτόν! Ὅλα αὐτά μοῦ τά διηγήθηκε ὁ ἴδιος ἐκ τῶν ὑστέρων καί ἦταν ἔργο τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου. Διότι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο οἰκονομεῖ τά πράγματα καί ὄχι ἡ ἁγιοσύνη τοῦ ὁμιλητή»(ΠΔ, 50).










<>







«Ὁ Θεός πολλούς τρόπους ἐπιστρατεύει καί προϋποθέσεις δημιουργεῖ, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά διορθωθῆ, νά μετανοήση καί τελικά νά σωθῆ!

Οἱ ἄνθρωποι ἀντί νά ἀντλοῦν δύναμι ἀπ᾽ τό Χριστό, ἀντλοῦν ἀπ᾽ τόν ἑαυτό τους καί ἐξαντλοῦνται»(ΠΔ, 62).




<>




«Βάδιζαν ἕνας ἱερέας καί ἕνας κουρέας. Βρέθηκαν σέ μία συνοικία, στήν ὁποία ὑπῆρχαν σπίτια-τρῶγλες καί ἄνθρωποι, πού ἀγρίευες ὅταν τούς ἔβλεπες. Μπροστά σέ αὐτό τό θέαμα ὁ κουρέας ρωτάει τόν ἱερέα:

—Αὐτός εἶναι ὁ Θεός σας, πού κηρύτετε; Πῶς ἀνέχετε ὁ Θεός σας τά χάλια πού ὑπάρχουν στήν συνοικία αὐτή καί νά βρίσκωνται οἱ ἄνθρωποι, στή δυστυχία αὐτή; Τί Θεός ἀγάπης εἶναι, ὅπως λέτε, ὅτι εἶναι; Τέτοιο Θεό, ἐγώ ποτέ δέν τόν πιστεύω!

Ὁ ἱερέας δέν μίλησε καί ἔτσι προχώρησαν πιό κάτω. Ἐκεῖ συνάντησαν ἕνα ἄνθρωπο ἄπλυτο, ἀτημέλητο, μέ μακρυά γένια καί μαλλιά. Δέν φαίνονταν κἄν τά μάτια του, ἀπ᾽ τήν τρίχα. Ἦταν ἕνας πραγματικός ἀγριάνθρωπος! Μέ ἀφορμή αὐτόν τόν ἄνθρωπο, λέει ὁ ἱερέας στόν κουρέα:

—Δέν σέ βρίσκω ἐντάξει. Ἐσύ πῶς ἀνέχεσαι αὐτόν τόν ἄνθρωπο, πού εἶναι ἀκούρευτος καί βρίσκεται σέ αὐτά τά χάλια;

—Γιατί μέ κατηγορεῖς, εἶπε μέ παράπονο ὁ κουρέας. Ἦρθε αὐτός σέ μένα νά τόν κουρέψω καί ἐγώ δέν τόν περιποιήθηκα;, συμπλήρωσε.

Καί τοῦ λέει τότε ὁ ἱερέας:

—Ἐσύ μοῦ κατηγόρησες τό Θεό προηγουμένως γιά τά χάλια τῆς συνοικίας, ὅτι φταίει ὁ Θεός. Νόμιζα καί ἐγώ, ὅτι θά φταῖς καί ἐσύ τώρα βλέποντας αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἀκούρευτο. Ὅμως, ὅπως ὁ ἀκούρευτος δέν ἦρθε σέ σένα, ἔτσι καί οἱ ἄνθρωποι, πού δέν πῆγαν στό Θεό, βρίσκονται σέ ἐκεῖνα τά χάλια. Δέν φταῖς οὔτε ἐσύ, ἀλλά οὔτε καί ὁ Θεός γιά τά χάλια αὐτά...

Ἔσκυψε ὁ κουρέας τό κεφάλι του καί ἔφυγε χωρίς νά πῆ κουβέντα»(ΠΔ, 80).




<>




«Ἔγραψα κάποτε ἕνα βιβλίο: Θανάσιμο Ἁμάρτημα ἡ Ἀποφυγή τῆς Τεκνογονίας. Καί εἶχα πάρει ἀπ᾽ τόν ἰατρικό σύλλογο, ὅλα τά ὀνοματα τῶν μαιευτήρων τῆς Ἑλλάδας (ἦταν γύρω στούς 1000) καί ἔστειλα ἕνα βιβλίο στόν καθένα. Τό βιβλίο αὐτό τό παρέλαβε καί ἕνας μαιευτήρας ἀπ᾽ τήν Ἄρτα. Τό διάβασε ἐκεῖνος καί τήν ἄλλη μέρα πῆγε ἀεροπορικῶς στήν Ἰταλία γιά ἐπαγγελματικό λόγο. Ὅπως καθόταν στό ἀεροπλάνο, ἀποκοιμήθηκε. Καί βλέπει στόν ὕπνο του, πολλά μικρά παιδιά, νά ἔρχωνται μέ λόγχες κατά πάνω του, νά τοῦ βγάλουν τά μάτια! Αὐτός πάλευε στόν ὕπνο του νά τά διώξη καί δέν μποροῦσε νά ξυπνήση. Ἔβλεπαν οἱ ἐπιβάτες στό ἀεροπλάνο, ὅτι αὐτός ὑπέφερε ἀπό κάποιον ἐφιάλτη, ἀλλά δέν μπόρεσαν νά τόν ξυπνήσουν. Ὅταν ἔφθασαν στή Ρώμη, τότε μόνο ξύπνησε καί ἦρθε στόν ἑαυτό του. Τοῦ εἶπαν οἱ ἄλλοι, τό τί εἶδαν καί ἄν εἶναι καλά. “Τίποτε, τίποτε...”, τούς εἶπε. “Εἶμαι καλά, ὅλα καλά!”. Τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας του ἦταν νά ἀλλάξη εἰδικότητα καί ἀπό μαιευτήρας, ἔγινε παθολόγος. Τώρα, ἄν ἐξομολογήθηκε γιά τίς ἐκτρώσεις τίς ὁποῖες εἶχε κάνει, δέν τό ξέρω, ἀλλά θά ἦταν καλό γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του»(ΠΔ, 106).







<>







«Κάποιος Προτεστάντης, μελετοῦσε τήν Ἁγ. Γραφή καί τήν ἑρμήνευε μέ τό δικό του τρόπο, ὅπως κάνουν ὅλοι οἱ Προτεστάντες. Κάποια μέρα, ἔφτασε σ᾽ ἕνα ἐδάφιο καί σκόνταψε. Δέν μποροῦσε νά τό ἑρμηνεύση. Ὅσους Προτεστάντες ρώτησε, κανένας δέν μποροῦσε νά τοῦ ἀπαντήση. Ἔτσι κατέφυγε στήν προσευχή καί παρακαλοῦσε τό Χριστό, νά τοῦ δώση τήν ἑρμηνεία τοῦ ἐδαφίου. Μόλις γυρνοῦσε ἀπ᾽ τή δουλειά του καί γιά 2 ὧρες ἐπί 82 μέρες προσευχόταν γιά τό θέμα αὐτό. Τήν 82η μέρα, ἐκεῖ πού ἦταν γονατιστός καί προσευχόταν, τοῦ παρουσιάζεται ἕνας ψηλός κύριος (προφανῶς ἄγγελος διότι χάθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων), πού τόν ρώτησε, γιά ποιό λόγο προσεύχεται.

"Προσεύχομαι γιά τήν ἑρμηνεία ἑνός ἐδαφίου", ἀπάντησε ἐκεῖνος.

"Σέ πληροφορεῖ ὁ Κύριος", τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος, "ὄτι τήν ἑρμηνεία αὐτή, νά τή ζητήσης στή Γῆ! Δέν ἔρχεται ἀπ᾽ τόν Οὐρανό... Δέν ἔχει, ὀ Μέγας Βασίλειος καί ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, ἑρμηνεύσει τό ἐδάφιο αὐτό; Μή τήν περιμένεις, ἐγωϊστή, τήν ἑρμηνεία τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ ἀπ᾽ τόν Οὐρανό".

Αὐτό τό γεγονός, ἔγινε ἡ αἰτία, νά μεταστραφῆ ὁ Προτεστάντης στήν Ὀρθοδοξία. Καί μπορεῖ νά εἶναι καί ἀνάμεσά μας μέσα σέ αὐτή τήν αἴθουσα...»(ΠΔ, 57).







<>







«Κάποτε μιλοῦσε ἕνας ἱεροκήρυκας, γιά τό θαῦμα τό ὁποῖο ἔκανε ὁ Χριστός στήν Κανά τῆς Γαλιλαίας, μετατρέποντας τό νερό σέ κρασί. Ὅταν τελείωσε τό κήρυγμα, δύο πρόσωπα πού παρακολούθησαν τήν ὁμιλία, εἶχαν μία συζήτησι καί ὁ ἕνας ἐξέφραζε τή δυσπιστία του στόν ἄλλο, λέγοντάς του:

—Ἐγώ κ. Σπύρο, δέν τό πιστεύω αὐτό τό θαῦμα, ὅτι ὁ Χριστός ἔκανε τό νερό κρασί.

Ἔτυχε τά λόγια αὐτά νά τά ἀκούση ἕνας πού ἦταν δίπλα καί τοῦ εἶπε:

—Μέ συγχωρεῖτε πού ἐπεμβαίνω στή συζήτησι, ἀλλά ἐμένα ὁ Χριστός, μοῦ ἔκανε μεγαλύτερο θαῦμα. Μετέτρεψε τό κρασί, σέ καρέκλες καί τραπέζια! Ἐκεῖνος μόλις τό ἄκουσε αὐτό γέλασε καί τόν ρώτησε:

—Πῶς ἔγινε αὐτό;

—Ἄκου, τοῦ εἶπε. Ἐγώ ἔπινα καί δέν εἶχα σπίτι μου, οὔτε καρέκλα γιά νά κάτσω. Γιά καρέκλα εἶχα ἕνα τενεκέ. Ὅμως, ἀπό τότε πού ἐξομολογήθηκα, μετανόησα καί ἄλλαξα ζωή, ἔκοψα τό ποτό. Μοῦ περίσσευαν ἔτσι χρήματα καί ἀγόρασα καρέκλες καί τραπέζια γιά τό σπίτι. Σέ μένα ἔγινε τό θαῦμα αὐτό ἀπ᾽ τό Χριστό, μέ τό κρασί πού δέν μποροῦσα νά ἀποχωριστῶ. Πῶς, λοιπόν, ἐσύ ἀμφιβάλλεις, γιά τό θαῦμα τό ὁποῖο ἔκανε ὁ Χριστός στήν Κανά;»(ΠΔ, 85).




<>




«Εἶναι χειμώνας. Ἡ μικρή μου κόρη πάσχει ἀπό βρογχίτιδα, καί ὁ γιατρός τῆς ἔγραψε μιά θεραπεία ἀναπνευστικῆς κινησιοθεραπείας. Φτάνουμε, λοιπόν, στό ἰατρεῖο τοῦ φυσιοθεραπευτῆ. Ἀκουμπάω τό παιδί πάνω στό τραπέζι, κι ἔπειτα τόν ἀφήνω νά κάνη τή δουλειά του ἐνῶ ταυτόχρονα κρατάω τό χέρι τῆς κορούλας μου. Ὁ φυσιοθεραπευτής εἶναι ὑποχρεωμένος νά προχωρήση σ᾽ ἕνα δραστικό massage, κι ἐκείνη ἔχει τήν ἐντύπωσι ὅτι θά πάθη ἀσφυξία. Μέ κοιτάζει μ᾽ ἕνα βλέμμα παρακλητικό. Ἐγώ, ὅμως, εἶμαι ἱκανοποιημένη νά κρατάω τό χεράκι της ἀκόμα πιό σφιχτά, καί νά τήν ἐνθαρρύνω τρυφερά. Πόσο θά ἤθελα νά σταματοῦσα αὐτή τή θεραπεία, νά τήν ἔπαιρνα στήν ἀγκαλιά μου καί νά τήν ἐλευθέρωνα ἀπ᾽ αὐτή τήν ὀδυνηρή στιγμή! Σάν νά φαίνεται νά μοῦ λέει: “Γιατί μέ κοιτάζεις ἔτσι, χωρίς νά κάνης τίποτε; Βλέπεις πόσο ὑποφέρω!”. Στήν πραγματικότητα, ἐγώ ὑποφέρω πολύ περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο ἐκείνη. Εἶναι, ὅμως, πολύ μικρή γιά νά τῆς ἐξηγήσω ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι γιά τό καλό της καί ὅτι θά αἰσθανθῆ καλύτερα μετά. Ἡ θεραπεία τελειώνει, κι ἐμεῖς εἴμαστε ἕτοιμοι νά φύγουμε. Αἰσθάνομαι τότε ἕνα μικρό χεράκι νά γλιστρᾶ στό δικό μου μέ τήν ἴδια παιδική ἐμπιστοσύνη ὅπως εἴχαμε ἔρθει. Αὐτή ἡ χειρονομία ἡ τόσο ἁπλή μέ ἀναστατώνει, καί μοῦ μαθαίνει ἕνα σπουδαῖο μάθημα. Ὁ Θεός ἐπιτρέπει μερικές φορές στά παιδιά Του νά περνοῦν ἀπό δύσκολα μονοπάτια. Μᾶς φαίνεται ὅτι μᾶς βλέπει νά ὐποφέρουμε χωρίς νά κάνη τίποτε, ἐνῶ θά Τοῦ ἦταν τόσο εὔκολο νά μᾶς ἐλευθερώση! Τί θά κάνουμε ἄραγε ἐμεῖς; Θά συνεχίσουμε νά Τοῦ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη; Ἄν ὁ Θεός δέν ἐπεμβαίνει γιά ἕνα ὁρισμένο διάστημα, εἶναι γιατί ἔχει τούς λόγους Του. Ἄς μήν ἀπογοητευόμαστε, λοιπόν, ἀπ᾽ τά φαινόμενα. Ὁ Θεός μας δέν εἶναι ποτέ ἀδιάφορος, εἶναι σοφός καί δέν θέλει τίποτε ἄλλο παρά τό καλό μας. Ἄς μήν ἀμφιβάλουμε, λοιπόν, ποτέ γιά τήν ἀγάπη Του! Ἀκόμα κι ἄν μερικές φορές μᾶς ξεφεύγει ἕνα παράπονο ἄς Του ἔχουμε πάντοτε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη»(ΗΚ 2013).







<>




«Καθόμουν στό παράθυρο κι οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς πιτσιλοῦσαν τό τζάμι. Ἡ καταιγίδα πού μαινόταν ἔξω καθρέφτιζε τό χάος πού ἔνιωθα μέσα μου. Μέ ἔπνιγαν ἡ ἀβεβαιότητα, ὁ φόβος κι οἱ ἀμφιβολίες. Στράφηκα στήν Ἀγ. Γραφή ἀναζητώντας παρηγοριά. Ὁ Ψαλμός 45 [“Εἶν᾽ ὁ Θεός γιά μᾶς καταφύγιο καί δύναμι· στάθηκε στίς ἀνάγκες μας βοήθεια σπουδαία”(Ψ 45, 2)] μίλησε στήν ψυχή μου. Πόσο παρήγορο νά ξέρουμε ὅτι μέσα στίς καταιγίδες τῆς ζωῆς ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀκλόνητη ἄγκυρά μας καί μᾶς προσφέρει καταφύγιο καί δύναμι. Τότε θυμήθηκα κάποτε πού μέ βρῆκε ἡ θύελλα ἐνῶ ἔκανα πεζοπορία. Χάθηκα καί βρεγμένη ὡς τό κόκκαλο προσευχήθηκα γιά βοήθεια. Ἔξαφνα, ἐμφανίστηκε ἕνας εὐγενικός ξένος καί μέ ὁδήγησε σέ ἀσφαλές σημεῖο. Καθώς συλλογιζόμουν τό περιστατικό ἐκεῖνο, συνειδητοποίησα ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι σάν ἐκεῖνο τόν ξένο —βρίσκεται κοντά μας καί μᾶς ὁδηγεῖ μέσα ἀπ᾽ τίς καταιγίδες τῆς ζωῆς.

Ἔνιωσα τό Θεό νά μέ ὠθῆ νά ἀναζητήσω εἰρήνη μέσῳ τῆς προσευχῆς, ἔτσι τοῦ ἄνοιξα τήν καρδιά μου καί ἄφησα σ᾽ αὐτόν τούς φόβους καί τά βάρη μου. Ἀνακάλυψα ὅτι ἡ συνομιλία μέ τό Θεό ἦταν σάν τή συνομιλία μέ ἕνα ἔμπιστο φίλο πού ἀκούει μέ εὐσπλαχνία καί κατανόησι. Μέ πλημμύρισε εἰρήνη. Ἡ ὑπόσχεσι ὅτι ὁ Θεός εἶναι τό καταφύγιο καί ἡ δύναμί μας εἶναι μιά σημαντική ἀλήθεια στήν ὁποία μποροῦμε νά στηρίξουμε τή ζωή μας.

Τώρα, ὅταν ἀκούω τόν ἦχο τῆς βροχῆς, θυμᾶμαι τή σταθερή παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μου. Οἱ καταιγίδες θά ἔρθουν καί θά περάσουν, ἀλλά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μένει σταθερή. Ὅταν ζητᾶμε καταφύγιο στό Θεό κατά τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, θά βροῦμε εἰρήνη πού ξεπερνάει τό ἀνθρώπινο μυαλό»(ΠΕ 392).




​<>







«Βραδάκι σέ κάποιο χωριό. Εἶχε σκοτεινιάσει γιά τά καλά. Ἕνας περαστικός βλέπει ἕνα παιδί νά στέκεται ἔξω ἀπ᾽ τήν αὐλόθυρα τοῦ σπιτιοῦ του, κρατώντας ψηλά τό δεξί του χέρι. Παραξενεμένος τό ρωτᾶ:

—Τί κάνεις, παιδί μου;

—Πετῶ τόν ἀετό μου;, ἀπαντᾶ ὁ μικρός.

—Μά δέν βλέπω κανένα ἀετό!

—Ἐσύ δέν τόν βλέπεις, ἀλλά ἐγώ ξέρω ὅτι εἶναι ἐκεῖ ψηλά. Αἰσθάνομαι τή δύναμί του νά τραβάη τό σχοινί πού κρατῶ!

Μιά ἀνάλογη ἀπάντησι ἁρμόζει σέ ὅλους μας ὅταν ρωτᾶμε “καί ποῦ εἶναι ὁ Θεός; Γιατί μέ ξέχασε;”. Καί ἄς λέη ὁ Χριστός λίγο πρίν τήν Ἀνάληψί Του στούς οὐρανούς: “Ἰδού, ἐγώ θά εἶναι μαζί σας ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τήν συντέλεια τοῦ αἰῶνος”(Μθ 28, 20).

Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Χριστός οὔτε πιέζει, οὔτε καταπιέζει, ἐπαφίεται σέ μᾶς ἡ πρωτοβουλία νά κάνουμε τό πρῶτο βῆμα γιά νά πᾶμε κοντά Του. Νά θέλουμε νά πᾶμε κοντά Του. Αὐτό σημαίνει ἐλεύθερη βούλησι. Τότε καταλαβαίνουμε καί τήν δύναμί Του καί τή Χάρι Του. Ἀλλιῶς, ἡ κίνησί μας πρός τό Χριστό θά ἦταν μηχανική καί ὄχι κίνησι ἀγάπης.

Νά πῶς τό ἔζησε αὐτό ἕνας σπουδαῖος καί πολύ γνωστός συνθέτης ὁ Σταμάτης Σπανουδάκης.

“Οἱ ἀποτυχίες μέτρησαν. Μέ ἔκαναν καλύτερο. Ἤμουν ροκάς στήν Ἀγγλία. Νόμιζα ὅτι θά γίνω rock star καί ἔφαγα τά μοῦτρα μου. Ὅταν τελείωσε ὁ κύκλος τοῦ rock, πῆγα στή Γερμανία καί σπούδασα σέ αὐστηρό κολλέγιο μουσική. Ἐκεῖ ἔγινε ἡ μεταστροφή μου στό Χριστό.

Πρίν ἀπό αὐτό ὑπῆρξε μιά δύσκολη περίοδος μέ οὐσίες. Σκεφτόμουν ἀκόμα καί τήν αὐτοκτονία μέ τή γυναῖκα μου. Ἕνας ἄνθρωπος μοῦ μίλησε γιά τό Χριστό. Γέλασα στήν ἀρχή.

Ὅταν ἔφτασα σέ ἄλλη μαυρίλα, μίλησα στό Χριστό καί εἶπα, ἄν ὑπάρχης δεῖξτο μου καί ἐγώ θά Σέ ἀκολουθήσω. Καί μοῦ τό ἔδειξε. Δέν ἐξήγεῖται μέ λόγια αὐτό. Τήν ἑπόμενη στιγμή πίστευα πώς ὑπάρχει... Τό ὅτι πίστεψα στό Χριστό μέ ἔβγαλε ἀπ᾽ τή μαυρίλα τῶν ναρκωτικῶν.

Καί νά πῶς ἄρχισε ἡ μεταστροφή μου. Μιά Κυριακή εἶπα, δέν ἀντέχω ἄλλο καί πῆγα σέ μιά μικρή ἐκκλησία. Πέφτω κάτω στή λειτουργία καί ἀρχίζω νά κλαίω καί νά λέω θέλω καί ἐγώ τό Χριστό. Ὁ παπᾶς ἀνήσυχος ἦρθε κοντά μου. Προσευχήθηκαν ὅλοι μαζί. Σηκώθηκα καί ἤμουν Χριστιανός. Γιά τήν ἀκρίβεια, αὐτό ἦταν τό ξεκίνημα! Ἔπειτα διάβαζα τή Βίβλο δύο μῆνες χωρίς νά βγαίνω ἀπ᾽ τό σπίτι καί βρῆκα ἀπαντήσεις σέ ὅλα. Ἡ μεταστροφή τῆς γυναίκας μου ἔγινε πρίν ἀπό μένα, πράγμα πού μέ ἐπηρέασε βαθιά. Γιατί τήν ἔβλεπα ἤρεμη, γαλήνια”.

Γιά τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στή ζωή του λεει:

“Κάποια στιγμή ἐνῶ συνθέτω, ἔρχεται κάτι πού ξέρω ὅτι δέν εἶναι δικό μου. Γονατίζω, κλαίω καί λέω: ‘Χριστέ μου, εὐχαριστῶ ̓. Εἶναι ἕνα δῶρο. Συγκινοῦμαι ὅταν ἔρθη αὐτή ἡ μελωδία. Περισσότερο συγκινοῦμαι τήν ὥρα τῆς ἐμπνεύσεως παρά στό χειροκρότημα”»(ΛΝ, 4).







<>




«Ἄν στήν Ἐκκλησία γινόταν διανομή χρυσοῦ, δέν θά ἔλεγες “θά ἔλθω αὔριο” ἤ “μοῦ τό δίνεις αὔριο;”, ἀλλά θά ζητοῦσες ἀμέσως νά γίνη ἡ διανομή καί θά δυσφοροῦσες ἄν γινόταν καί ἡ μικρότερη ἀναβολή. Τώρα, ἐπειδή ὀ μεγαλόδωρος Θεός, ἀντί τῶν φθαρτῶν ἀγαθῶν, σοῦ ὑπόσχεται καθαρότητα ψυχῆς, βρίσκεις προφάσεις, ἀναβάλεις καί προβάλλεις ἀτέλειωτες δικαιολογίες. Ἄν εἶχες ὑποδουλωθῆ σέ κάποιον καί λαμβάνονταν μέτρα γιά τήν ἀπελευθέρωσι τῶν δούλων, δέν θά μίσθωνες συνήγορους καί δέν θά παρακαλοῦσες τούς δικαστές, ὥστε μέ κάθε τρόπο νά ἐπιτύχης τήν ἐλευθερία; Ἀκόμη καί ἄν σοῦ πρότειναν νά σέ ραπίσουν καί κατόπιν νά σέ ἐλευθερώσουν, θά ὑπέμενες μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἐλευθερίας τήν τελευταία αὐτή ταπείνωσι. Τώρα πού ὁ Θεός σέ καλεῖ μέ τή Θεία Ἐξομολόγησι νά σέ ἐλευθερώση ὄχι ἀπ᾽ τή δουλεία τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά νά σέ ἀπαλλάξη ἀπ᾽ τή φοβερή δουλεία καί αἰχμαλωσία τῆς ἁμαρτίας καί νά σέ κάνη πολίτη τοῦ οὐρανοῦ, ἴσο μέ τούς ἀγγέλους καί τέκνο Του καί κληρονόμο τῶν ἀγαθῶν τοῦ Χριστοῦ, λές ὅτι δέν εὐκαιρεῖς καί ὅτι ἔχεις ἀκόμη καιρό; Ἄφησε τά πονηρά ἐμπόδια καί τίς μάταιες ἀσχολίες. Ὥς πότε θά ζῆς βυθισμένος στήν ὕλη καί τήν ἁμαρτία; Ἀρκετό χρόνο σπαταλήσαμε στή ματαιότητα τοῦ κόσμου, ἄς ἀφιερώσουμε τόν ὑπόλοιπο γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ποιό πράγμα τοῦ κόσμου εἶναι ἀντάξιο τῆς ψυχῆς; Ποιός ἐπίγειος θησαυρός εἶναι ἴσος μέ τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν;»(ΠΖ).







<>




«Ὁ Χρύσανθος ἦταν γυιός συγκλητικοῦ στήν Ἀλεξάνδρεια, στά τέλη τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ., ἐποχή τῶν μεγάλων διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Χρύσανθος πίστεψε στό Χριστό καί βαπτίσθηκε. Ἔξαλλος ὁ πατέρας του τόν φυλάκισε. Στή συνέχεια, ἔστειλε καί ἔφερε ἀπ᾽ τήν Ἀθήνα μιά ὡραία νέα, ὀνόματι Δαρεία, μέ μεγάλη μόρφωσι. Καί τήν πρότεινε ὡς σύζυγο στό γυιό του, ὥστε νά δέλεασθῆ ἀπ᾽ τόν ἔρωτα πρός τή νέα και νά ἐπιστρέψη στήν εἰδωλολατρεία. Ἔγινε, ὅμως, τό ἀντίθετο. Ὁ Χρύσανθος ἔπεισε τή Δαρεία νά βαπτιστῆ καί ἔτσι νά γίνη Χριστιανή! Τό σκεπτικο του ἦταν: “Πῶς νά ἀφήσω τό πλᾶσμα τοῦ Θεοῦ στό σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρείας;”. Βέβαια, ἔτυχε καί ἡ Δαρεία νά ἔχη καλή διάθεσι. Ἀπ᾽ τό παράδειγμα καί τή διδασκαλία τῶν δύο νέων πολλοί πίστεψαν στό Χριστό. Ἀφοῦ τούς βασάνισαν πολύ, τούς θανάτωσαν. Ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται στίς 19 Μαρτίου. Αὐτά εἶναι τά ἀποτελέσματα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης»(ΛΝ, 4).







<>







«Στή Μακαριέβκα φοίτησα στό σχολεῖο τό ὁποῖο ἔκτισε μέ τά χέρια του ὁ πατέρας μου. Κάποια στιγμή, ὅταν τελείωσα τήν τρίτη τάξι, συζητούσαμε μέ τά παιδιά γιά τό Πάσχα, γιά τό Θεό. Ἡ δασκάλα μᾶς ἄκουσε καί ἀμέσως μετά μᾶς τά ἔψαλλε.

—Παιδιά, ἄκουσα τή συζήτησι τήν ὁποία κάνατε γιά τό Θεό. Νά, πῶς ἔχουν τά πράγματα: κανένας Θεός δέν ὑπάρχει καί κανένα Πάσχα!

Καί σάν ἰσχυρή ἐπιβεβαίωσι τῶν λόγων της, χτύπησε μέ τίς γροθιές της τό θρανίο, ὅσο πιό δυνατά μποροῦσε. Ὅλα τά παιδιά σκύψαμε τό κεφάλι.

Χτύπησε ἡ καμπάνα γιά τό ἑπόμενο μάθημα καί ἔρχεται ἡ δασκάλα μας. Δέν πρόλαβε, ὅμως, νά φτάση ἀπ᾽ τήν πόρτα μέχρι τήν ἕδρα της. Ἄρχισε νά ἔχη σπασμούς. Ποτέ δέν εἶδα νά στραβώνη ἄνθρωπος μέ τέτοιο τρόπο· σερνόταν ἔτσι πού ἔτριζαν οἱ ἀρθρώσεις της καί ξεφώνιζε πώς ὑπῆρχε κάποια δύναμι ἐκεῖ. Τρεῖς δάσκαλοι τήν πῆραν στά χέρια νά τήν πᾶνε στό νοσοκομεῖο.

Στό σπίτι ἀφηγήθηκα στή μάμα μου τί συνέβη. Ἀρχίκα σιώπησε, μετά εἶπε σιγανά:

—Βλέπεις, ὁ Κύριος τήν τιμώρησε μπροστά στά μάτια σας γιά τή βλασφημία της»(ΠΒ, 42).







<>




«Ἕνα μικρό παράδειγμα μονάχα θ᾽ ἀναφέρουμε, ἀπ᾽ τά πάμπολα πού σώζονται στούς βίους τῶν Πατέρων, καί δείχνουν πόσο ἡ ἐλπίδα ἐμποτίζει καί εἰρηνεύει ὅλη τή ζωή τους. Τό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου ἦταν πάμφτωχο στά χρόνια πού πρωτοϊδρύθηκε. Τόσο, πού συχνά τούς ἔλειπαν καί τά τελείως ἀπαραίτητα γιά νά ζήσουν. Μιά Μεγαλοβδομάδα, πού δέν εἶχαν τίποτε νά φᾶνε, οἱ καλόγεροι ἄρχισαν ν᾽ ἀνησυχοῦν· ἰδίως τό Μ. Σάββατο, ὅταν ἀναποδογύρισαν ὅλα τά κελλάρια γιά νά βροῦν μιά προσφορά, γιά νά λειτουργήσουν καί νά κοινωνήσουν τήν Πασχαλιά. Στάθηκε ἀδύνατον. Ἄλλο ψωμί, οὔτε μπουκιά στό μοναστήρι. Πᾶνε στό Γέροντά τους ἀλαφιασμένοι. Ἐκεῖνος τούς ἄκουσε τόσο ἤρεμος, λές καί τοῦ μιλοῦσαν γιά ξένες καί μακρινές ὐποθέσεις. Στό τέλος τούς ἔδωσε ἐντολή, νά τά ἑτοιμάσουν ὅλα: τήν ἐκκλησία, γιά τήν ἀναστάσιμη λειτουργία, καί τήν τράπεζα, γιά τό πασχαλινό δεῖπνο. Ἔφυγαν οἱ μοναχοί δυσαρεστημένοι γιατί τούς φάνηκε χαμένη καί μάταιη τούτη ἡ παρηγοριά πού τούς ἔδινε ὁ ἡγούμενός τους. Ὁ Ἅγ. Θεοδόσιος ἔκανε πώς δέν κατάλαβε. Καθώς, ὅμως, ἐκεῖνοι ἔφευγαν, ἄκουσαν τόν ἡγούμενο νά ψιθυρίζη: “Μήπως ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ ἔγινε πιό λιγοστή καί πιό ἄτονη σήμερα; Δέν εἶναι ὕβρις νά τό πιστέψη κανείς αὐτό γιά Ἐκεῖνον, πού ἔθρεψε μέ τό μάννα τόσο λαό στήν ἔρημο καί χόρτασε ἀργότερα τά πλήθη μέ πέντε ψωμιά;”.

Ἡ ὥρα περνοῦσε. Ζύγωνε καί ἡ νύχτα, ὅταν ἀκούστηκαν χτυπήματα στήν πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ. Ἦταν ἕνας ἄγνωστος μέ δυό καμῆλες, φορτωμένες ὅλα τά καλούδια τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἄνοιξαν νά μπῆ, κι ἐκεῖνος τούς ἐξήγησε: “Πήγαινα μιά μικρή δωρεά σέ μιά Σκήτη, πιό πέρα ἀπ᾽ τό μοναστήρι σας. Σάν ἔφτασα στήν πλαϊνή πλευρά, ὅπου περνάει ὁ δρόμος δίπλα σας, οἱ καμῆλες σταμάτησαν. Τίς χτύπησα νά προχωρήσουν, ὅμως, αὐτές δέν ἤθελαν νά κάνουν οὔτε βῆμα. Τότε συλλογίστηκα, πώς ἴσως εἶναι θέλημα Θεοῦ ν᾽ ἀφήσω στό δικό σας μοναστήρι αὐτά ἐδῶ τά τρόφιμα”. Φυσικά, ὑπῆρχαν ἐδῶ μέσα τώρα, ὄχι μονάχα λειτουργίες καί πρόσφορα, ἀλλά ἕνα σωρό ἀγαθά, πού θά μποροῦσαν νά θρέψουν τούς μοναχούς μέχρι τήν Πεντηκοστή. Καί τότε πιά, κατάλαβαν καί οἱ καλόγεροι πού δυσαρεστήθηκαν, πόσο μεγάλη ἦταν ἡ ἐλπίδα, σάν ἀρετή, τοῦ Γέροντά τους, τοῦ Ἁγ. Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου»(PP, 193).










<>




«Μετά τά μεσάνυκτα, ὅταν οἱ Πατέρες τῆς Σκήτης Πέστερα Ἰαλομιτσιοάρα τῆς Ρουμανίας κοιμῶνταν, ἀκούσθηκε ἕνας δυνατός κρότος πάνω ἀπ᾽ τά κελλιά τους. Τί εἶχε συμβῆ; Ἕνας τεράστιος βράχος, περίπου δύο τόνων, γλίστρησε ἀπ᾽ τή θέσι του, ἔσπασε ἕνα κτιστό φράκτη καί στάθηκε σάν μία μεγάλη σφαῖρα πάνω ἀπ᾽ τό κελλί τοῦ π. Μιχαήλ Μπαντίλα στό μέσον τοῦ σαλονιοῦ. Τό χέρι τοῦ Θεοῦ σταμάτησε τό βράχο πρός ἔκπληξι ὅλων τῶν Πατέρων. Ἄν ἔσπαζε τό δάπεδο τοῦ σαλονιοῦ, θά ἔπεφτε ὁ βράχος ἀκριβῶς πάνω ἀπ᾽ τό κρεββάτι τοῦ π. Μιχαήλ, τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἐκεῖνος κοιμόταν. Τότε ὅλοι οἱ Πατέρες ἔκαναν τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί εὐχαρίστησαν τό Θεό γι᾽ αὐτό τό μέγα ἔλεός Του»(ΑΙ, 116).




<>




«Ἔφερε μία γειτόνισσα τήν ἐφημερίδα:

—Παππούλη, κοίτα ἐδῶ, ἔβγαλε διάταγμα ὁ Stalin νά σταματήση ὁ διωγμός καί νά ἀνοίξουν οἱ ἐκκλησίες.

Ἦταν τότε 1943. Κάτι εἶχε ἀλλάξει στή χώρα, ἄν συνέβη κάτι τέτοιο. Τό διαβάσαμε καί κλάψαμε, χαρήκαμε πολύ, κεραστήκαμε τσάι, κάτσαμε μετά ἥσυχα. Ἔφυγε ἡ γειτόνισσα καί μετά ἀπό δύο ὧρες ἦρθε ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἀλέισκ μαζί μέ δύο γεράκους.

—Χαίρετε, πατερούλη. Κοιτάξτε τήν ἐφημερίδα πού βγῆκε! Ἔχει διάταγμα τοῦ Stalin νά ἀνοίξουν οἱ ἐκκλησίες! Ξεφορτώσαμε ἤδη αὐτά τά ὁποῖα ὑπῆρχαν στό ναό μας, πήραμε ἀλλοῦ τό σπόρο, πλύναμε καί σκουπίσαμε τά πάντα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μαζευτῆ καί περιμένουν. Γιά σᾶς ἤρθαμε, πῶς εἶναι ἡ ὑγεία σας; Θά μπορέσετε νά λειτουργήσετε;

Ἐγώ τούς κοίταζα μή ξέροντας τί νά ἀπαντήσω. Πῶς νά εἶναι ἡ ὑγεία μου; Ἴσα ἴσα πού κάθομαι καί μπορῶ νά κάνω δύο βήματα. Δέν ὑπῆρχε κάτι νά ποῦμε γιά τήν ὑγεία μου. Τό κεφάλι μου πόναγε φοβερά, εἶναι τρομερή ἀσθένεια ἡ μηνιγγίτιδα. Μέ ρωτᾶνε τότε δεύτερη καί τρίτη φορά:

—Πατερούλη! Γιατί δέν ἀπαντᾶτε; Θά λειτουργήσετε; Πᾶμε!

Ἐγώ σιωποῦσα, μή γνωρίζοντας τί νά ἀποκριθῶ.

—Κοιτᾶξτε, πατερούλη —ἀρχίζουν πάλι νά λένε— ἄνοιξαν τίς ἐκκλησίες ἀλλά δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἱερέας, τούς τουφέκισαν ὅλους, μόνο ἐσεῖς μείνατε.

Ἐγώ τό καλοσκέφθηκα, σήκωσα τό δάχτυλο πρός τήν ἀνατολή καί εἶπα:

—Καί δέν θά μέ γυρίσετε πάλι ἐκεῖ πίσω;

—Ὄχι, ὄχι —λένε— πᾶνε αὐτά, πέρασαν. Βγῆκε τό διάταγμα τοῦ Stalin τώρα.

—Καλῶς! Φέρτε μου ροῦχα, εἶπα ἐπιτέλους.

Μέ ντύσανε, μέ κάθισαν στήν ἅμαξα καί μέ ὁδήγησαν στήν ἴδια ἐκκλησία ὅπου μέ εἶχαν συλλάβει. Μέ τό πού τήν εἶδα γονάτισα καί ἄρχισαν νά τρέχουν ποτάμι τά δάκρυα. Δέν μέ βάσταγαν τά πόδια μου νά πάω μέχρι ἐκεῖ. Εἶναι τρομερό ἀκόμα καί νά τά θυμᾶμαι... Γονατιστός σύρθηκα μέχρι τήν ἁγία Τράπεζα κλαίγοντας. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν γονατίσει καί κλαίγανε καί αὐτοί...

Στό σπίτι εἶχα ζωστικό καί σταυρό, τά φόρεσα ὅλα. Σύρθηκα κάπως μέχρι τήν ἁγία Τράπεζα ἐνῶ μέ ἀκολουθοῦσαν κάποιοι ἡλικιωμένοι. Ἡ Τράπεζα ἦταν σκεπασμένη μέ κάτι μουσαμάδες καί τόν ἐπιτάφιο.

Τήν ξεσκεπάσαμε καί πάνω της ἦταν ἀκουμπισμένα ἕνας μικρός σταυρός καί ἕνα Εὐαγγέλιο. Δόξα τῷ Θεῷ, τουλάχιστον φυλάχθηκε τό Εὐαγγέλιο! Ἔφεραν κεριά καί τά ἄναψαν. Ἦρθε καί ὁ ἀναγνώστης.

—Πᾶμε πατερούλη, βάλε εὐλογητός!, εἶπε ἀπ᾽ τό ἀναλόγιο.

Μέ ἔστησαν στά πόδια μου. Ἐγώ, ὅμως, δέν μποροῦσα νά κρατηθῶ ἀπ᾽ τό κλάμα. Τά δάκρυα μέ ἔπνιγαν στό λαιμό. Μέ ὑποστήριζαν δύο γεροντάκια, ἕνας ἀπό δεξιά, ἕνας ἀπό ἀριστερά. Μοῦ κρατοῦσαν τά χέρια καί μέ βοήθησαν νά τά σηκώσω. Μόλις καί κατάφερα νά πῶ:

—Εὐλογητός ὁ Θεός... —καί ἔπεσα.

Δάκρυα μέ πλημμύρισαν. Οἱ ἄνθρωποι ἀπό κάτω ἄρχισαν πάλι νά κλαῖνε. Μέ ξανασήκωσαν.

—Πατερούλη, βάλε εὐλογητός!

Μόλις μάζεψα δυνάμεις μπόρεσα καί εἶπα:

—Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων!

Καί πάλι ἔπεσα· ἀπάντησαν τότε ἀπ᾽ τό ἀναλόγιο:

—Ἀμήν! Καί ξεκίνησε ἡ ἀκολουθία.

Ἔψησαν πρόσφορα, ἔφεραν κόκκινο κρασί, ἕνα ποτήριο, τά πάντα βρῆκαν οἱ ἄνθρωποι. Τρία ἡμερόνυκτα προσευχόμουν. Δέν ἔφαγα, δέν ἤπια, οὔτε κἄν στό δρόμο δέν βγῆκα. Ὅταν ἔγερνε τό κεφάλι μου, λαγοκοιμόμουν λιγάκι, ξυπνοῦσα καί μετά πάλι ἀκολουθία. Μέρα καί νύχτα. Οἱ ἄνθρωποι δέν ἤθελαν νά φύγουν ἀπ᾽ τήν ἐκκλησία, τόσο εἶχαν πεθυμήσει τή λειτουργία. Καί πόσο χαρούμενοι ἦταν! Πόσο ποθοῦσαν νά προσευχηθοῦν! Ἄλλοι ἔφευγαν, ἄλλοι ἐρχόντουσαν:

—Πατερούλη, πρέπει νά μᾶς βαπτίσετε, νά μᾶς ἐξομολογήσετε...»(​Α​Α, 72).​




<>



«Οἱ μέδουσες “τοῦ φεγγαριοῦ” {Aurelia aurita} εἶναι ἐντυπωσιακά πλάσματα. Καθώς κολυμπᾶνε, τά λεπτεπίλεπτα πλοκάμια τους ἀκολουθοῦν μέ χάρι τό κυρίως σῶμα πού μοιάζει μέ φεγγάρι. Ὅταν χάνουν κάποιο πλοκάμι, δέν μποροῦν νά τό ἀντικαταστήσουν. Ἔτσι, ἐργάζονται ἀκούραστα γιά νά ἀναδιοργανώσουν καί νά ἐπανατοποθετήσουν τά ὑπόλοιπα πλοκάμια, ἔτσι ὥστε νά παραμείνη συμμετρικό τό σῶμα τους καί νά μποροῦν νά κολυμπᾶνε καλύτερα στό νερό. Οἱ μύς τους συστέλλονται καί διαστέλλονται διαρκῶς γιά νά ἀναδιοργανώσουν τά πλοκάμια σέ μιά διαδικασία πού μπορεῖ νά κρατήση μέρες. Σκέφτομαι τίς ἀπώλειες στή ζωή μου κι ἀναγνωρίζω ἕνα παραλληλισμό μέ τίς μέδουσες. Ὅταν πεθαίνει κάποιο ἀγαπημένο πρόσωπο, δέν μποροῦμε νά τό ἀντικαταστήσουμε, ἡ ἀπώλειά του μπορεῖ νά μᾶς συντρίψη. Ὅμως, καθώς πενθοῦμε, παράλληλα γιατρευόμαστε καί προσαρμοζόμαστε. Ἐργαζόμαστε γιά νά ἔρθη ξανά σταθερότητα στή ζωή μας καί ἀναζητοῦμε δύναμι γιά νά προχωρήσουμε. Ἡ διαδικασία αὐτή παίρνει χρόνο καί εἶναι διαφορετική γιά κάθε ἄνθρωπο. Ὁ ψαλμωδός μᾶς θυμίζει τήν ὑπόσχεσι τοῦ Θεοῦ ὅτι θά εἶναι κοντά μας στήν τραγωδία καί στόν πόνο. Καθώς διαχειριζόμαστε τόν πόνο μας, μποροῦμε νά ζητᾶμε ἀπ᾽ τό Θεό νά δυναμώνη τούς πνευματικούς μύς μας καί νά μᾶς στηρίζη στήν πορεία. Ὁ Κύριος δίνει θεραπεία καί ἀποκατάστασι στήν ἀδυναμία μας καί “σώζει αὐτούς πού βρίσκονται σέ ἀπόγνωσι”(Ψ 33, 19)»



<>




«Στή δεκαετία τοῦ 1980, σέ μιά ἔρευνα πού ἔγινε στήν Ἀθήνα, ἀποκαλύφθηκε ὅτι τό νοσοκομεῖο τῶν κληρικῶν (ΝΙΚΕ) στά Πατήσια καί τό νοσοκομεῖο τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν “Ἡ Παμμακάριστος” χρησιμοποιοῦσαν τά λιγότερα ἀναλγητικά. Καί τοῦτο γιατί οἱ γιατροί, στήν πλειονότητά τους πιστοί Χριστιανοί, ὅπως καί τό νοσηλευτικό προσωπικό, εἶχαν δημιουργήσει ἕνα ἄλλο κλίμα σ᾽ ὅλο τό χῶρο τοῦ νοσοκομείου. Διέκρινες ἕνα εἰλικρινές ἐνδιαφέρον γιά τόν ἀσθενή, μία ἀσυνήθιστη εὐγένεια, μία ἠρεμία καί τό κυριότερο: ὅλοι εἶχαν νά ποῦν στούς ἀσθενεῖς ἕνα καλό λόγο, ἐνθαρρυντικό καί παρηγορητικό. Καί αὐτό ἐπιδροῦσε ἄμεσα στήν ὑγεία τῶν ἀσθενῶν»(ΜΑ, 60).



<>




Ἀναφέρει ὁ ἱεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος: «Πρόσφατα (τέλη δεκαετίας τοῦ 1970) πῆγε στήν Ἀμερική καί στόν Καναδᾶ ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Φιλοθέου, ὁ π. Ἐφραίμ. Φωτισμένος ἄνθρωπος... Μέσα στά πολλά παράξενα πού τοῦ συνέβησαν ἐκεῖ, εἶναι καί τό ἑξῆς: Εἶχε πάει ὁ Γέροντας σ᾽ ἕνα σπίτι καί ἐξομολογοῦσε. Καί ἕνας ζεῦγος Προτεσταντῶν, στήν αἵρεσι τῶν “Βαπτιστῶν”, παρακολουθοῦσε τόν κόσμο πού εἰσερχόταν στό σπίτι γιά νά ἐξομολογηθοῦν. Καί ἕνας κληρικός δικός τους, μερίμνησε νά τούς ἀπομακρύνη ἀπό ἐκεῖ καί νά μή τούς ἐπιτρέψη νά μποῦν σέ ἐκεῖνο τό σπίτι. Ὅμως, ἡ σύζυγος παρακίνησε τόν ἄνδρα της νά μποῦν στό σπίτι καί νά μιλήσουν μέ τό Γέροντα, ὅπως κι ἔγινε. Ἡ σύζυγος ἔμεινε ἐνθουσιασμένη καί δήλωσε ὅτι δέν ἐπρόκειτο νά συνεχίζη νά ἀκολουθῆ αὐτή τήν ὁμάδα τῶν “Βαπτιστῶν”. Δημιουργήθηκε μιά ἐνδοοικογενειακή φασαρία στό ζεῦγος αὐτό καί τό βράδυ ἡ σύζυγος βλέπει στόν ὕπνο της, τό Γέροντα, ὁλόφωτο καί νά τῆς λέει:
—Παιδί μου, φύγε ἀπ᾽ τό σκοτάδι καί ἔλα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ!
Ὅταν ξημέρωσε, διηγήθηκε ἡ γυναῖκα στόν ἄνδρα της τά καθέκαστα καί ἀνάμεσα στά ἄλλα, τοῦ εἶπε καί τά ἑξῆς:
—Προσευχήθηκα στό Χριστό τό βράδυ καί Τοῦ ζήτησα νά μοῦ δέιξη ποῦ εἶναι τό φῶς καί ἡ ἀλήθεια καί μοῦ ἔδειξε ὁ Κύριος ποῦ εἶναι τό φῶς, λέγοντάς μου: “Αὐτοί (οἱ Ὀρθόδοξοι) ἔχουν τό φῶς, ἐσεῖς δέν τό ἔχετε!”.
Καί ἔτσι ἡ σύζυγος ἄφησε τήν αἵρεσι καί προσχώρησε στήν Ὀρθοδοξία μέ αὐτόν τόν τρόπο»(ΠΔ, 36).



<>





«Στή δεκαετία τοῦ 1980, σέ μιά ἔρευνα πού ἔγινε στήν Ἀθήνα, ἀποκαλύφθηκε ὅτι τό νοσοκομεῖο τῶν κληρικῶν (ΝΙΚΕ) στά Πατήσια καί τό νοσοκομεῖο τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν “Ἡ Παμμακάριστος” χρησιμοποιοῦσαν τά λιγότερα ἀναλγητικά. Καί τοῦτο γιατί οἱ γιατροί, στήν πλειονότητά τους πιστοί Χριστιανοί, ὅπως καί τό νοσηλευτικό προσωπικό, εἶχαν δημιουργήσει ἕνα ἄλλο κλίμα σ᾽ ὅλο τό χῶρο τοῦ νοσοκομείου. Διέκρινες ἕνα εἰλικρινές ἐνδιαφέρον γιά τόν ἀσθενή, μία ἀσυνήθιστη εὐγένεια, μία ἠρεμία καί τό κυριότερο: ὅλοι εἶχαν νά ποῦν στούς ἀσθενεῖς ἕνα καλό λόγο, ἐνθαρρυντικό καί παρηγορητικό. Καί αὐτό ἐπιδροῦσε ἄμεσα στήν ὑγεία τῶν ἀσθενῶν»(ΜΑ, 60).




<>




«Οἱ μέδουσες “τοῦ φεγγαριοῦ” {Aurelia aurita} εἶναι ἐντυπωσιακά πλάσματα. Καθώς κολυμπᾶνε, τά λεπτεπίλεπτα πλοκάμια τους ἀκολουθοῦν μέ χάρι τό κυρίως σῶμα πού μοιάζει μέ φεγγάρι. Ὅταν χάνουν κάποιο πλοκάμι, δέν μποροῦν νά τό ἀντικαταστήσουν. Ἔτσι, ἐργάζονται ἀκούραστα γιά νά ἀναδιοργανώσουν καί νά ἐπανατοποθετήσουν τά ὑπόλοιπα πλοκάμια, ἔτσι ὥστε νά παραμείνη συμμετρικό τό σῶμα τους καί νά μποροῦν νά κολυμπᾶνε καλύτερα στό νερό. Οἱ μύς τους συστέλλονται καί διαστέλλονται διαρκῶς γιά νά ἀναδιοργανώσουν τά πλοκάμια σέ μιά διαδικασία πού μπορεῖ νά κρατήση μέρες. Σκέφτομαι τίς ἀπώλειες στή ζωή μου κι ἀναγνωρίζω ἕνα παραλληλισμό μέ τίς μέδουσες. Ὅταν πεθαίνει κάποιο ἀγαπημένο πρόσωπο, δέν μποροῦμε νά τό ἀντικαταστήσουμε, ἡ ἀπώλειά του μπορεῖ νά μᾶς συντρίψη. Ὅμως, καθώς πενθοῦμε, παράλληλα γιατρευόμαστε καί προσαρμοζόμαστε. Ἐργαζόμαστε γιά νά ἔρθη ξανά σταθερότητα στή ζωή μας καί ἀναζητοῦμε δύναμι γιά νά προχωρήσουμε. Ἡ διαδικασία αὐτή παίρνει χρόνο καί εἶναι διαφορετική γιά κάθε ἄνθρωπο. Ὁ ψαλμωδός μᾶς θυμίζει τήν ὑπόσχεσι τοῦ Θεοῦ ὅτι θά εἶναι κοντά μας στήν τραγωδία καί στόν πόνο. Καθώς διαχειριζόμαστε τόν πόνο μας, μποροῦμε νά ζητᾶμε ἀπ᾽ τό Θεό νά δυναμώνη τούς πνευματικούς μύς μας καί νά μᾶς στηρίζη στήν πορεία. Ὁ Κύριος δίνει θεραπεία καί ἀποκατάστασι στήν ἀδυναμία μας καί “σώζει αὐτούς πού βρίσκονται σέ ἀπόγνωσι”(Ψ 33, 19)».




<>




Ἀναφέρει ὁ ἱεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος: «Πρόσφατα (τέλη δεκαετίας τοῦ 1970) πῆγε στήν Ἀμερική καί στόν Καναδᾶ ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Φιλοθέου, ὁ π. Ἐφραίμ. Φωτισμένος ἄνθρωπος... Μέσα στά πολλά παράξενα πού τοῦ συνέβησαν ἐκεῖ, εἶναι καί τό ἑξῆς: Εἶχε πάει ὁ Γέροντας σ᾽ ἕνα σπίτι καί ἐξομολογοῦσε. Καί ἕνας ζεῦγος Προτεσταντῶν, στήν αἵρεσι τῶν “Βαπτιστῶν”, παρακολουθοῦσε τόν κόσμο πού εἰσερχόταν στό σπίτι γιά νά ἐξομολογηθοῦν. Καί ἕνας κληρικός δικός τους, μερίμνησε νά τούς ἀπομακρύνη ἀπό ἐκεῖ καί νά μή τούς ἐπιτρέψη νά μποῦν σέ ἐκεῖνο τό σπίτι. Ὅμως, ἡ σύζυγος παρακίνησε τόν ἄνδρα της νά μποῦν στό σπίτι καί νά μιλήσουν μέ τό Γέροντα, ὅπως κι ἔγινε. Ἡ σύζυγος ἔμεινε ἐνθουσιασμένη καί δήλωσε ὅτι δέν ἐπρόκειτο νά συνεχίζη νά ἀκολουθῆ αὐτή τήν ὁμάδα τῶν “Βαπτιστῶν”. Δημιουργήθηκε μιά ἐνδοοικογενειακή φασαρία στό ζεῦγος αὐτό καί τό βράδυ ἡ σύζυγος βλέπει στόν ὕπνο της, τό Γέροντα, ὁλόφωτο καί νά τῆς λέει:
—Παιδί μου, φύγε ἀπ᾽ τό σκοτάδι καί ἔλα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ!
Ὅταν ξημέρωσε, διηγήθηκε ἡ γυναῖκα στόν ἄνδρα της τά καθέκαστα καί ἀνάμεσα στά ἄλλα, τοῦ εἶπε καί τά ἑξῆς:
—Προσευχήθηκα στό Χριστό τό βράδυ καί Τοῦ ζήτησα νά μοῦ δέιξη ποῦ εἶναι τό φῶς καί ἡ ἀλήθεια καί μοῦ ἔδειξε ὁ Κύριος ποῦ εἶναι τό φῶς, λέγοντάς μου: “Αὐτοί (οἱ Ὀρθόδοξοι) ἔχουν τό φῶς, ἐσεῖς δέν τό ἔχετε!”.
Καί ἔτσι ἡ σύζυγος ἄφησε τήν αἵρεσι καί προσχώρησε στήν Ὀρθοδοξία μέ αὐτόν τόν τρόπο»(ΠΔ, 36).


<>




Ὅσιος Ὁλλανδός ἀσκητής Josef Van Den Berg, ὁ ἠθοποιός τοῦ Χριστοῦ: «... Ἄς κάνουμε μιά ὑπόθεσι. Μιά ἱστορία. Εἶσαι χαμένος μέ μιά ὁμάδα φίλων σου μέσα στό σκοτάδι Διψάσατε. Καί, ὤ τοῦ θαύματος, ἐσύ βρίσκεις μέσα στό σκοτάδι μιά πηγούλα. Ὄχι διότι τό ἀξίζεις. Ἀλλά ἀπό θαῦμα. Δέν ἔκανες λάθος. Δέν εἶναι ψέμα. Σκύβεις, ἁπλώνεις τό χέρι σου στήν πηγή. Πίνεις μιά γουλιά δροσερό νερό. Νιώθεις νά διασκορπίζεται μέσα σου, νά σέ ἀναζωγονῆ... Νερό! Νερό! φωνάζεις. Τρέχεις στούς φίλους σου, Τούς φωνάζεις νά πιοῦν. Τούς φωνάζεις. Τότε συμβαίνει κάτι θλιβερό. Σοῦ λένε:
—... Δέν λές ἀλήθεια. Ψευδαίσθησι εἶναι ὅτι βρῆκες πηγή, ὅτι βρῆκες νερό...
Λυπᾶσαι. Δέν μπορεῖς νά βάλης τό Χριστό “τό Ὕδωρ τό ζῶν” σέ μιά κούπα. Ἡ κάθε μιά ψυχή πρέπει νά βρῆ τήν Πηγή μόνη της. Νά ξεδιψάση...
Εἶναι ἀνάγκη νά ἀποκτήσουμε πεῖρα προσωπική, ἐμπειρία Χριστοῦ. Σάν αὐτή τήν ἐμπειρία τήν ὁποία ἀπέκτησε ἡ Ἁγ. Φωτεινή ἡ Σαμαρείτιδα στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Νά γνωρίσης, νά συνομιλήσης μέ τό Χριστό. Πρόσωπο μέ πρόσωπο...
Ὁ Χριστός σέ ἀγαπάει. “Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν”, ἔλεγε ὁ Ἅγ. Πορφύριος. Σέ ἀγαπάει ὁ Χριστός. Ὅλους τούς ἀνθρώπους τούς ἀγαπάει. Πιστούς καί ἀπίστους. Ἁγίους καί ἁμαρτωλούς. Τό θέμα εἶναι πῶς θά γίνη αὐτή ἡ συνάντησι, ἡ ἀντάμωσι μέ τό Χριστό. Ὁ Χριστός θέλει νά μᾶς ἀνταμώση. Θέλει νά μᾶς φιλήση. Περισσότερο ἀπ᾽ ὅτι ἄλλο. Ἕνα φιλί ἀπ᾽ τό Χριστό...»(ΙΜ, 42).



<>




«Σ᾽ αὐτή τήν Εὐρώπη, ὅμως, γιά θυμηθεῖτε, μαζί μέ τόν Προφήτη Ἠλία, Ἁγ. Μαρία Skobtsova, Ρωσίδα Ἁγία. Ἔζησε καί ἦταν παροῦσα σ᾽ αὐτή τήν Εὐρώπη. Ἐπειδή, ὅμως, ἦταν Ὀρθόδοξη καί ζοῦσε τό Εὐαγγέλιο, δέν ἦταν Ὀρθόδοξη μόνο στά χαρτιά, ξέρετε τί ἔκανε; Μοίραζε πλαστά πιστοποιητικά βαπτίσεως σέ Ἑβραίους πού πήγαιναν γιά τά κρεματόρια καί τούς ἔσωζε. Καί ὅταν τήν πιάσαν αὐτή κάι τόν Yuri, τό παιδάκι της καί τόν π. Δημήτριο Klepinin, καί μπῆκε κι αὐτή στά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ἐνῶ ἤξερε ὅτι τελειώνει ὁ πόλεμος, ὅτι θά μποῦν οἱ σύμμαχοι, δέν ἄντεξε ἡ εὐαίσθητη ὄντως καρδιά της, ἡ Χριστιανική καρδιά της, νά βλέπη μιά Ἑβραιοπούλα, ἡ ὁποία νομίζω εἶχε ἕνα μωρό παιδί ἤ ἦταν ἑτοιμογέννητη, δέν θυμᾶμαι, νά πηγαίνη στό φοῦρνο γιά νά τήν ψήσουν καί τήν τραβάει ἀπ᾽ τή σειρά καί μπῆκε αὐτή μέσα γιά νά ψηθῆ ἐκείνη κι ὄχι ἡ κοπέλλα. Αὐτή εἶναι Ἁγία τῆς Ἐκκλησίας. Νά ποιό εἶναι τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας μας»(ΠΓ, 226).


<>





«Γράφει σ᾽ ἕνα ποίημά του ὁ Γάλλος ποιητής Pierre Corneille:
“—Ὤ Θεέ μου, ἄν τό ἅγιο θέλημά Σου
συμφωνεῖ μέ ἐκεῖνα πού ἐγώ ἐπιθυμῶ,
δός μου τήν ἐκπλήρωσι τῶν πόθων μου.
Ἄν ὄχι, “γενηθήτῳ τό θέλημά Σου”.
—Ἄν ἡ δόξα Σου μπορεῖ νά ὐμνηθῆ
μέ ὅσα Σου ζητῶ,
κάνε “ἐν τῷ ὀνόματί Σου τῷ ἁγίῳ” νά ἐκτελῶ
ὅποιο ἔργο ἀναλαμβάνω.
—Μά ἄν αὐτά εἶναι γιά τήν καρδιά μου βλαβερά,
ἄν στήν ψυχή μου εἶναι περιττά,
σβῆσε, Θεέ μου, αὐτό τόν κοῦφιο πόθο
καί γέμισέ με μέ μιά ἄλλη φλόγα”»(ΑΓ, 70).
<>







«Ἕνα βροχερό πρωϊνό τόν Ἰούλιο τοῦ 2022, ὁ ἐννιάχρονος γυιός μου κι ἐγώ ἑτοιμαζόμασταν γιά ἕνα σημαντικό ραντεβού γιά τή visa μας. Θέλαμε νά πᾶμε στή χώρα ὅπου ζοῦσε ἡ σύζυγός μου τόν τελευταῖο χρόνο. Ἐνῶ πηγαίναμε ἀπ᾽ τό ξενοδοχεῖο στήν πρεσβεία, τό μυαλό μου ἔτρεχε. “Τί θά γίνη ἄν πάρουμε visa; Τί θά γίνη ἄν δέν πάρουμε;”. Ταυτόχρονα προετοιμαζόμουν νά δεχτῶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Κατά τή συνέντευξι μέ τόν ἁρμόδιο ὑπάλληλο, ἀνακάλυψα ὅτι εἶχα ὅλα τά ἀπαραίτητα χαρτιά ἐκτός ἀπό ἕνα. Προσευχήθηκα ἀπό μέσα μου νά βρεθῆ μιά λύσι καί εἶπα στόν ὑπάλληλο. “Δέν ἔχω αὐτό τό χαρτί μαζί μου σήμερα”. Μέ διαβεβαίωσε πώς θά μέ βοηθοῦσε κι ἔψαξε νά τό βρῆ στά ἀρχεῖα του ὑπολογιστῆ του. Καί σέ λίγο, μᾶς τύπωσε τό ἔντυπο. Δέν ἦταν μιά τυπική ἐξυπηρέτησι αὐτή. Ἄν ἤθελε, ὁ ὑπάλληλος θά μποροῦσε νά ἀπορρίψη τό αἴτημά μας.
Τό περιστατικό αὐτό μπορεῖ νά φαίνεται κοινότυπο σέ πολλούς, ἀλλά ξέρω πώς ἦταν ὁ Θεός πού ἔκανε τόν ὑπάλληλο νά μᾶς ἐξυπηρετήση. Ὅταν παραδινόμαστε πλήρως στό θέλημά του, ἑτοιμαζόμαστε νά βιώσουμε τά θαυμαστά του ἔργα».

<>




Θεία Εξομολόγηση - Ω μετάνοια! Υποχρεώνεις τον Θεό να σου λευκάνει το ποινικό μυτρώο.

-Άγιος Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας




<>

«Χαρακτηριστικώτατο παράδειγμα αὐστηρότητος στό ἑαυτό μας καί ἐπιεικείας πρός τούς ἄλλους εἶναι ἡ αὐτοθυσία τοῦ Ἁγ. Παυλίνου Ἐπισκόπου Νόλης. Ὅ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Μέγας διηγεῖται γι᾽ αὐτόν τά ἑξῆς: Κάποια χήρα εἶχε γυιό, ὁ ὁποῖος εἶχε γίνει δοῦλος γιά χρέη. Ἡ χήρα ζήτησε τή βοήθεια τοῦ Ἐπισκόπου. Αὐτός ἐπειδή δέν εἶχε χρήματα, ἔγινε δοῦλος καί ἐργαζόταν στόν κῆπο κάποιο ἀνθρώπου, μέχρι ὅταν ὁ κύριός του ἀνακάλυψε ποιός ἦταν καί τόν ἄφησε ἐλεύθερο. Πόση αὐστηρότητα τοῦ Ἁγ. Παυλίνου πρός τόν ἑαυτό του καί συμπάθεια, ἐπιείκεια στόν γυιό τῆς χήρας! Ἄς ἤμαστε αὐστηροί λοιπόν στόν ἑαυτό μας καί ἐπιεικεῖς στούς ἄλλους»(ΑΙ, 23).





<>







«Ὁ Sylvain, ἕνας καταδικασμένος σέ ἰσόβια κάθειρξι σέ ξένη χώρα, ἐξηγεῖ μέσα ἀπ᾽ τή φυλακή: Γιά δέκα χρόνια ἔκανα σχέδια πῶς θά δραπετεύσω ἀπό αὐτό τό σκοτεινό κελλί, δέκα χρόνια γεμάτα σχέδια γιά ἐκδίκησι καί μίσος γιά τήν κοινωνία καί τούς ἀνθρώπους! Γιά δέκα χρόνια, μέρα μέ τή μέρα, ὀνειρευόμουν μιά ζωή ἔξω ἀπ᾽ τούς γκρίζους τοίχους. Ὅμως, μιά μέρα, ὅταν ἄνοιξα τό ραδιόφωνο, ἕνας Χριστιανός μιλοῦσε σέ μιά ἐκπομπή. Ἕνας λόγος ἀπ᾽ τή Βίβλο μέ ἄγγιξε τόσο βαθειά: “Ἀληθῶς, ἀληθῶς σᾶς λέγω ὅτι πᾶς ὅστις πράττει τήν ἁμαρτίαν δοῦλος εἶναι τῆς ἁμαρτίας... Ἄν λοιπόν ὁ Υἱός σᾶς ἐλευθερώση, ὅντως ἐλεύθεροι θέλετε εἶσθαι”(Ἰω 8, 34· 36). Ἐκείνη τή στιγμή σκέφτηκα, ἐπίσης, ξανά αὐτό πού μοῦ εἶχε διδάξει ἡ μητέρα μου νωρίτερα στή ζωή μου. Ἦταν σάν νά μοῦ ἔλεγε ὁ Θεός: “Εἶσαι φυλακισμένος, ἀλλά ἡ πραγματική φυλακή δέν εἶναι καθόλου αὐτοί οἱ τοίχοι. Στήν πραγματικότητα, ἡ ψυχή σου εἶναι φυλακισμένη καί εἶσαι σκλάβος τοῦ κακοῦ”. Γονάτισα, ἔκλαψα καί φώναξα στό Θεό: “Σύγχώρεσέ με! Ἐλευθέρωσέ με!”. Τότε αἰσθάνθηκα πραγματικά γιά πρώτη φορά στή ζωή μου, πόσο κοντά εἶναι ὁ Θεός. Μιά βαθειά εἰρήνη μπῆκε στήν καρδιά μου —ἤμουν ἐλεύθερος! Παράτησα ὅλα τά σχέδιά μου νά δραπετεύσω. Ἀπό τώρα ἤθελα νά ὑπηρετήσω τό Θεό, ἐδῶ μέσα στή φυλακή».





<>




 Ἀρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος: «Βρισκόμαστε μέσα σ᾽ ἕνα ναό. Ἔχει μερικά λεπτά πού ἡ ἀγρυπνία ἔχει τελειώσει.
Ὁ ἱερέας ἀνάβει τή μηχανή τοῦ αὐτοκινήτου του, χαιρετᾶ τά πνευματικά του τέκνα πού μέ τόση ἀγάπη τόν περίμεναν, κάνει τό σταυρό του καί ἀναχωρεῖ γιά τό πατρικό του σπίτι τό ὁποῖο βρίσκεται στή διπλανή πόλι. Ἡ ἀπόστασι εἶναι περίπου 15 χιλιόμετρα, σέ μερικά λεπτά θά βρίσκεται σπίτι του.
Ἐκεῖνο τό βράδυ, ὅμως, ἡ πλατεία μυρίζει ὀργή. Ὁ ἱερέας σταματημένος στό φανάρι τῆς πλατείας ἀκούει φωνές οἱ ὁποῖες γίνονται ὅλο καί ἐντονότερες.
Ξαφνικά ἕνας νεαρός περνᾶ μπροστά ἀπ᾽ τό αὐτοκίνητο τοῦ ἱερέως. Δέν προλαβαίνει νά κλείση τό ραδιόφωνο ὅταν ἄλλοι τρεῖς νεαροί περνοῦν τρέχοντας μπροστά ἀπ᾽ τό σταματημένο αὐτοκίνητό του. Τόν κυνηγοῦν. Οἱ τρεῖς κυνηγοῦν τόν πρῶτο νεαρό. Ὄχι γιά καλό. Τό φανάρι ἔχει ἀνάψει πράσινο, ὁ ἱερέας ὅμως δέν λέει νά φύγη. Οἱ φωνές ἔχουν πλέον μετατραπεῖ σέ κραυγές μίσους γιά τούς τρεῖς καί ἀπογνώσεως γιά τόν ἄμοιρο νεαρό.
Ὁ ἱερέας ἀνοίγει τήν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου του, κάνει τό σταυρό του καί μέ βιαστικό βῆμα τρέχει πρός τό μέρος ἀπ᾽ τό ὁποῖο ἀκούγονται οἱ νεαροί. Σέ μερικά μέτρα τούς βλέπει. Οἱ τρεῖς ἔχουν πιάσει τόν ἕνα καί τόν κτυποῦν ἀλύπητα. Εἶναι κάτω πεσμένος στό ἔδαφος γεμάτος αἵματα καί ὅμως οἱ νεαροί δέν σταματοῦν. Τό μίσος, ἡ ὀργή εἶναι ἀπίστευτη. Ὁ ἱερέας, ὅμως, δέν διστάζει.
—Σταματῆστε!!! Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ σταματῆστε!!!
Οἱ νεαροί γυρνοῦν ἔκπληκτοι πρός τό μέρος τοῦ ἱερέως. Τό ἀνάστημα τοῦ μαυροφορεμένου ἄνδρα μέ τά γένια καί τά μακρυά μαλλιά μοιάζει βγαλμένο ἀπό κάποιο ἡρωϊκό ἔπος στά μάτια τους. Οἱ δύο πανικοβάλλονται καί τρέπονται σέ φυγή. Ὁ ἕνας βγάζει ἕνα μαχαίρι, μέσα ἀπ᾽ τήν τσέπη τοῦ παντελονιοῦ του χωρίς καθυστέρησι. Δέν θέλει νά ἐπιτεθῆ στόν ἱερέα, δέν τόν νοιάζει αὐτός. Θέλει νά ξεκάνη μιά καί καλή τόν αἱματοβαμμένο νεαρό, ὁ ὁποῖος σφαδάζει ἀπ᾽ τόν πόνο. Θέλει νά τόν σκοτώση.
Τό μαχαίρι ὑψώνεται μέ ὁρμή στόν οὐρανό καί μέ ἄλλη τόση καί πιό πολύ κατεβαίνει πρός τό στῆθος τοῦ νέου πού οὐρλιάζει βλέποντας τό τέλος του.
Τό μαχαίρι, ὅμως, δέν βρίσκει τό στόχο του. Ὁ ἱερέας βρίσκεται ἀνάμεσά τους. Κοιτᾶ στά μάτια τόν ἐπίδοξο δολοφόνο καί μέ τά χέρια του ἔχει πιάσει τό κοφτερό μαχαίρι.
—Σύνελθε! Τί πᾶς νά κάνης; Σύνελθε ἄνθρωπε, γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ, σύνελθε!!!
Τά θολωμένα μάτια τοῦ νεαροῦ κοιτοῦν σαστισμένα τά χείλη τοῦ ἱερέως ὁ ὁποῖος μέ δύο γρήγορες κινήσεις ἀφοπλίζει τό νεαρό. Στέκονται καί οἱ δυό ὄρθιοι, σιωπηλοί. Τό βλέμμα τοῦ ἐπίδοξου δολοφόνου εἶναι σάν χαμένο. Κάνει νά φύγη, μά τό χέρι τοῦ ἱερέως τόν σταματᾶ.
—Πρόσεχε παιδί μου. Γιατί τόσο μίσος;
Ὁ νεαρός ἀπομακρύνεται γοργά ἀπ᾽ τόν τόπο. Ὁ ἱερέας μένει μόνος του μέ τόν αἱμόφυρτο νεαρό ὁ ὁποῖος ἀνασηκώνεται σιγά σιγά.
—Θά σέ πάω στό νοσοκομεῖο.
—Ὄχι, στό νοσοκομεῖο. Θά τά καταφέρω. Ἀφῆστε με ἥσυχο.
—Μά παιδί μου δέν εἶσαι καλά. Θά ἔρθης μαζί μου στό νοσοκομεῖο.
—Σοῦ εἶπα ὄχι παπᾶ μου, ὄχι. Σ᾽ ευχαριστῶ γιά ὅλα. Τώρα πήγαινε στό καλό σου.
Τά αἵματα ἔχουν σκεπάσει τό πρόσωπο τοῦ νεαροῦ. Ὁ ἱερέας τόν βοηθᾶ νά σηκωθῆ. Τό ζωστικό του ἔχει γεμίσει αἷμα.
Ὁ νεαρός κοιτᾶ στά μάτια τό σωτήρα του. Τοῦ φιλᾶ μέ δυσκολία τό χέρι.
—Σ᾽ εὐχαριστῶ. Τώρα ἄσε με νά φύγω, μή στεναχωριέσαι γιά μένα.
Ὁ ἱερέας δέν ξέρει τί νά πῆ. Βλέπει τό νεαρό νά ἀπομακρύνεται ἀργά ἀλλά σταθερά ἀπό κοντά του, μέχρι πού χάθηκε μέσα στή νύκτα...
Το Πάσχα ἔχει ἔρθει. Ὁ καιρός ἀνοιξιάτικός. Ὁ ἱερέας μας βγαίνει ἀπ᾽ τό σπίτι του καί ἑτοιμάζεται νά κάνη μιά βόλτα πεζός.
Ἐδῶ καί δύο ἐβδομάδες ἔχει ἀνοίξει ἕνα καινούργιο ζαχαροπλαστεῖο στήν περιοχή. Περνᾶ ἀπ᾽ ἔξω. Κοντοστέκεται. Κάτι τοῦ λέει νά μπῆ μέσα καί νά χαιρετήση, ἔστω γιά νά πῆ κάποιες εὐχές γιά τό νέο ξεκίνημα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.
Ἀνοίγει τήν πόρτα τοῦ ζαχαροπλαστείου καί κατευθύνεται πρός τό ταμεῖο μιᾶς καί δέν φαίνεται κανείς. Πρίν προλάβη, ὅμως, νά πῆ ὁτιδήποτε, ἕνας κύριος βγαίνει βιαστικός μέσα ἀπ᾽ τό ἐργαστήριο καί τόν καλημερίζει.
—Καλημέρα καί σέ σένα παιδί μου. Χριστός Ἀνέστη!
—Ἀληθώς Ἀνέστη, πάτερ μου!
—Ἔχετε λίγες ἡμέρες πού ἀνοίξατε τό μαγαζί καί εἶπα νά περάσω νά σᾶς εὐχηθῶ καλές δουλειές.
Ὁ μαγαζάτορας ἐνῶ στήν ἀρχή βγῆκε γελαστός καί εὐδιάθετος, τώρα ἀρχίζει νά κοιτᾶ τόν ἱερέα μέ σοβαρότητα. Τά μάτια του ἀρχίζουν νά βουρκώνουν. Ὁ ἱερέας εἶναι ἕτοιμος νά ζητήση συγγνώμη καί νά φύγη μιᾶς καί νιώθει ὅτι κάτι κακό ἔκανε.
Δέν προλαβαίνει, ὅμως. Ὁ ζαχαροπλάστης βγάζει βιαστικά τήν ποδιά του καί βγαίνει πίσω ἀπ᾽ τόν πάγκο. Βρίσκεται τώρα δίπλα στόν ἱερέα. Τοῦ πιάνει τό χέρι. Τό ἀσπάζεται.
—Συγχώρεσε με, παππούλη. Ἤθελα νά σοῦ πῶ ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ.
Αὐτά πρόλαβε νά πῆ πρίν ξεσπάση σέ κλάματα. Ὁ ἱερέας τόν ἀγκαλιάζει πατρικά, γεμάτος, ὅμως, ἀπορία.
—Τί ἔχεις παιδί μου; Μίλησέ μου.
Μετά ἀπό μερικές στιγμές, ὁ ζαχαροπλάστης συνέρχεται. Σκουπίζει τά μάτια του. Τά χέρια του δέν ἀφήνουν τό χέρι τοῦ ἱερέα. Σάν νά μή θέλη νά χάση τήν ἐπαφή μαζί του.
—Τί ἔχεις παιδί μου;, ξαναλέει ὁ ἱερέας.
Μετά ἀπό δυό τρεῖς βαθειές ἀνάσες, ὁ ζαχαροπλάστης ἀρχίζει νά μιλᾶ.
—Θυμᾶστε κάποτε πρίν περίπου 25 χρόνια... ἕνα βράδυ. Στό πάρκο. Κάποιοι νεαροί ἔδέρναν κάποιον ἄλλο ταλαίπωρο; Κάποιος ἀπ᾽ αὐτούς ἔβγαλε καί μαχαίρι. Θυμᾶστε;
Εἶχαν περάσει τόσα χρόνια. Ὁ γερασμένος, ἀσπρομάλλης ἱερέας, προσπαθοῦσε νά φέρη στή θύμησί του τό περιστατικό. Εἶχε δεῖ καί εἶχε ἀκούσει πολλά ὅλα αὐτά τά χρόνια. Ὅμως, αὐτό τό περιστατικό δέν ἦταν καί συνηθισμένο. Μετά ἀπό μερικά δευτερόλεπτα ὁ ἱερέας θυμήθηκε.
—Ναί, θυμᾶμαι παιδί μου, θυμᾶμαι.
Ποιός ἦταν, ὅμως, αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού στεκόταν μπροστά του; Ποιός ἦταν ἀπ᾽ ὅλους αὐτούς τούς νεαρούς πού τότε εἶχε δεῖ; Δέν ἤξερε. Ὑπέθεσε, ὅμως, ὅτι ἦταν τό “θύμα” τῆς ὑποθέσεως, καί γι᾽ αὐτό τόν εὐχαριστοῦσε. Ἐπειδή τόν ἔσωσε ἀπ᾽ τά χειρότερα.
Οἱ σκέψεις του, ὅμως, σταμάτησαν ἀπότομα ἀπ᾽ τήν φωνή τοῦ ζαχαροπλάστη.
—Παππούλη μου, δέν ξέρω ἄν κατάλαβες ποιός εἶμαι ἀπό ἐκείνους τούς νεαρούς, γι᾽ αὐτό καί θά σοῦ πῶ πώς ἐγώ εἶμαι αὐτός πού κρατοῦσε τό μαχαίρι. Εἶμαι ἐκεῖνος πού λίγο ἔλειψε νά γίνη δολοφόνος.
Ὁ ἱερέας γούρλωσε τά μάτια του. Δέν περίμενε τέτοια ἀποκάλυψι. Δέν ἤξερε τί νά πῆ.
—Σ᾽ εὐχαριστῶ πού μέ ἔσωσες ἀπό μιά τέτοια μεγάλη ἁμαρτία, παππούλη. Σ᾽ εὐχαριστῶ πού μπῆκες μπροστά μου ἐκείνη τή νύκτα καί μέ ἀπέτρεψες ἀπ᾽ τά χειρότερα. Σ᾽ εὐχαριστῶ.
Ἀσπάστηκε καί πάλι τήν δεξιά τοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος βουβός ἄκουγε τό ζαχαροπλάστη νά τοῦ ὁμολογῆ ὅτι αὐτός ἦταν ὁ γεμάτος ὀργή νεαρός πού εἶχε συναντήσει πρίν ἀπό πολλά χρόνια.
Μίλησαν γιά μερικά λεπτά ἀκόμα. Μοιράστηκε μέ τόν ἱερέα τή νέα του ζωή. Τοῦ μίλησε γιά τήν καλή του σύζυγο, γιά τά τρία του παιδιά, γιά τούς νεαρούς φίλους του πού ἔχει χρόνια νά τούς δῆ. Γιά τό νέο πού κτύπησε ἐκείνη τή νύκτα τόσο ἄγρια καί ὁ ὁποῖος τελικά πέθανε ἀπό ὑπερβολική δόσι μερικά χρόνια πρίν.
Ζήτησε νά ἐξομολογηθῆ. Ἀνανέωσαν τό ραντεβού τους.
Ο ἱερέας βγαίνοντας ἀπ᾽ τό ζαχαροπλαστεῖο ἀναστέναξε μέ πόνο ἀλλά καί μέ χαρά. Ἔκανε τόν σταυρό του καί ἀπομακρύνθηκε»(https://imverias.blogspot.com/2014/03/blog-post_28.html).






<>







Josef van den Berg: «Στίς 31/1/1990, πῆγα κοντά του [στόν Ἅγ. Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη]. Πῆγα στήν Ἑλλάδα. Στό κελλί του. Ἦταν τυφλός. Ἐκεῖ ἦταν ὁ γιατρός του, ὁ Δρ. Πιπεράκης. Ἐγώ μιλοῦσα Γαλλικά, καί ὁ γιατρός μετέφραζε. Σέ μία στιγμή, λέει στό γιατρό: “Γιατί μεταφράζεις λάθος; Δέν ἔχει πεῖ κάτι τέτοιο ὁ Joseph”! Καταλάβαινε τά πάντα γιά ἐμένα»(ΣΣ, 177).



<>




«Ἤμουν ἀπελπισμένος ἐπειδή δέν εἶχα παπούτσια
Μέχρι πού συνάντησα στό δρόμο ἕνα ἄνθρωπο πού δέν εἶχε πόδια»(ΠΑ, 52).





<>



Θυμήθηκα πως σαν σήμερα, 8 Ιουνίου 2022, εκτελέστηκε στην Αριζόνα των Ηνωμένων Πολιτειών ένας άνθρωπος που, για τους περισσότερους, έμοιαζε χαμένος.
Ένας θανατοποινίτης, που λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα, φόρεσε το ράσο του μοναχού. Έλαβε το όνομα Εφραίμ. Όχι για να κρυφτεί αλλά για να σταθεί ενώπιον Του Θεού όπως είναι: Γυμνός, ταπεινός, παραδομένος.
Φόρεσε το ράσο με τρόπο που δεν έχουμε ακόμη αξιωθεί εμείς, που παλεύουμε με τον εγωισμό μας, με τα πάθη μας, που ζούμε αλλά δεν ξέρουμε να μετανοούμε. Το φόρεσε με δάκρυ.
Με αλήθεια. Με πλήρη παράδοση.
Σκεφτόμουν σήμερα, ανήμερα της Πεντηκοστής, πως Το Άγιο Πνεύμα δεν περιορίζεται σε μέρες και ώρες.
Κατεβαίνει εκεί όπου βρίσκει ρωγμή.
 Εκεί όπου ζει ένας άνθρωπος που σταύρωσε τον εγωισμό του και το μόνο που του έμεινε να πει είναι: «Σώσε με! Έστω και τώρα, σώσε με!».
 Εκεί πάει Το Άγιο Πνεύμα. Και φέρνει Πεντηκοστή.
Ο Frank Atwood, όπως ήταν το όνομά του πριν, είχε καταδικαστεί για ένα βαρύ έγκλημα. Μέχρι τέλους δήλωνε πως ήταν αθώος.
Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι λίγο πριν πεθάνει, πίστεψε.
Όχι για να αποφύγει τον θάνατο αλλά για να βρει ζωή.
 Και τη βρήκε!
Η δική του Πεντηκοστή δεν είχε φλόγες, δεν είχε ήχους.
Είχε αλλοίωση.
Είχε ένα βλέμμα ειρηνικό.
 Ένα χαμόγελο ήσυχο.
 Κι έναν λόγο ευχαριστίας: «Ευχαριστώ Τον Χριστό που, μέσα από αυτή τη δίκη, με έσωσε».
Δεν είπε «με δικαίωσε». Είπε «με έσωσε»..
Σκεφτόμουν και κάτι ακόμα:
 Πώς εμείς οι ελεύθεροι, πολλές φορές είμαστε πιο φυλακισμένοι από εκείνους που ζουν πίσω από σίδερα.
Εμείς που κοινωνούμε, που μιλάμε για Θεία Χάρη και Άγιο Πνεύμα, δεν αλλάζουμε.
Εκείνος, που γνώριζε την ώρα του θανάτου του, βρήκε τη δύναμη να μετανοήσει ολοκληρωτικά μέσα σε λίγες μόνο ώρες.
Ποιος είναι τελικά ο ζωντανός και ποιος ο νεκρός;
Ποιος ο φυλακισμένος και ποιος ο ελεύθερος;
Ανάμεσα σ' όλα τα λόγια που θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα, αύριο, το παράδειγμα του πατρός Εφραίμ, μας ψιθυρίζει: Το Άγιο Πνεύμα δεν έρχεται επειδή έχει οριστεί μία προκαθορισμένη ώρα. Έρχεται όταν Του παραχωρούμε την καρδιά μας.
Δεν κατοικεί μόνο στους ναούς αλλά και στα κελιά.
Δεν μένει μόνο στις Κυριακές αλλά και στις στιγμές που η καρδιά ξεγυμνώνεται.
Κι αν σήμερα ήρθε το Άγιο Πνεύμα, δεν ήρθε επειδή το έγραφε το ημερολόγιο.
 Ήρθε επειδή κάποιος Του το ζήτησε. Κάποιος έκλαψε. Κάποιος ντράπηκε.
Κάποιος είπε:
«Άργησα, όμως ήρθα».
Ναι..., αυτό είναι Πεντηκοστή.
 Όχι με ήχο ανέμου. Με αναστεναγμό καρδιάς..!
Βοήθειά μας!
Μια μικρή διευκρίνηση από τη φίλη Effie Avramidou :
"Δεν πίστεψε λίγο πριν την εκτέλεση.
Λιγο πριν έγινε μοναχός.
Πίστεψε αρκετά χρόνια πριν,
και μετέστρεψε και την γυναίκα του Σαρρα με την οποία έκανε ορθόδοξο γάμο.
 Παρά ταυτα η πρώτη φορά που την αφήσαν να τον ακουμπήσει είναι σε αυτή την φωτογραφία, όταν ήταν ήδη νεκρός." Την ευχή του να έχουμε!







<>









«Ζήτησε, λοιπόν, ἀπ᾽ τό σύζυγό της νά τή βοηθήση καί νά τῆς γράψη ἕξι πράγματα πού ἐκεῖνος θεωροῦσε ὅτι ἄν ἐκείνη τά ἔκανε, θά γινόταν καλύτερη σύζυγος. Ὅπως μᾶς εἶπε ὁ μαθητής μας:
“Ἡ ἐρώτησι αὐτή μέ ξάφνιασε. Εἰλικρινά, θά μποροῦσα εὔκολα νά σκεφτῶ ἕξι πράγματα πού θά ἤθελα νά ἀλλάξη —καί εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκείνη θά μποροῦσε νά γράψη χίλια πράγματα πού θά τῆς ἄρεσαν νά ἀλλάξω ἐγώ— ἀλλά δέν τό ἔκανα. Τῆς εἶπα ἁπλῶς, ‘Ἄσε με νά τό σκεφτῶ καί θά σοῦ ἀπαντήσω τό πρωΐ ̓.
Τό ἑπόμενο πρωΐ σηκώθηκα πολύ νωρίς, πῆγα στόν ἀνθοπώλη, καί τοῦ παράγγειλα νά στείλη στή γυναῖκα μου ἕξι κόκκινα τριαντάφυλλα μέ ἕνα σημείωμα πού ἔλεγε: ‘Δέν μπορῶ νά σκεφτῶ ἕξι πράγματα τά ὁποῖα θά ἤθελα νά ἀλλάξης. Σέ ἀγαπῶ ἀκριβῶς ὅπως εἶσαι ̓.
Τό βράδυ κατά τό ὁποῖο γύρισα στό σπίτι, ποιός περίμενε στήν πόρτα νά μέ ὑποδεχτῆ; Φυσικά ἡ γυναῖκα μου! Ἦταν ἕτοιμη νά βάλη τά κλάματα. Εἶναι περιττό, νομίζω, νά ἀναφέρω πόσο χάρηκα πού δέν τῆς ἔκανα τήν κριτική τήν ὁποία μοῦ εἶχε ζητήσει”»(ΑΖ, 105).







<>



«Τρεῖς μῆνες πρίν ἀπ᾽ τήν κοίμησί του [ὁ Γέροντας Νικόδημος τῆς Καλύβης τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος] προσβλήθηκε ἀπό βαρειά καί ἐπώδυνη ἀρρώστια. Γέμισε πληγές καί ἔλιωνε σιγά-σιγά σάν τό κερί. Ὁ μαθητής του Νεῖλος τόν ὑπηρετοῦσε νύχτα-μέρα. Λίγο πρίν πεθάνη εἶχε ἀποκάλυψι Θεοῦ γιά τό στεφάνι πού τοῦ ἑτοιμαζόταν καί τόν ἄγγελο πού θά παραλάβαινε τήν ψυχή του. Τότε ἔπιασε ἀπ᾽ τό χέρι τό μαθητή του καί μέ πνευματική χαρά τοῦ εἶπε: “Παιδί μου, νά μείνης στό δρόμο πού σοῦ δίδαξα, καί θά λάβης αὐτό πού θά λάβω ἐγώ τώρα!”. Μ᾽ αὐτά τά λόγια ἡ ψυχή του πέταξε στόν Κύριο»(Ἱερομ. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου, Προσκυνητάριο, ἐκδ. Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Ἀντωνίου,  Ἅγ. Ὄρος 2024, 65).



<>





Εάν νιώθεις απογοήτευση, διάβασε τους Βίους των Αγίων. Προσπάθησε να διαβάσεις έστω και λίγες γραμμές από αυτούς.
 Για την ψυχή είναι σαν μια ευλογημένη βροχή που αναζωογονεί, ενθαρρύνει και ευχαριστεί!
Άγιος Σεραφείμ Σομπόλεβ



<>.






Κάποτε ἕνας πιτσιρικὰς εἶχε κάνει ἕνα καραβάκι. Το πῆρε στὸ ἀκρογιάλι καὶ τὸ ἄφησε νὰ ἐπιπλεύσει. Κάποια στιγμὴ ὅμως, κόπηκε ὁ σπάγκος καὶ τοῦ ἔφυγε τὸ καραβάκι στὰ βαθιὰ καὶ τὸ ἔχασε. Το παιδὶ στενοχωρέθηκε πολύ.

 Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες τὸ ἀγόρι πέρασε ἀπὸ τὴν ἀγορὰ καὶ παραδόξως βλέπει τὸ καραβάκι του σὲ μία βιτρίνα ἑνὸς καταστήματος. Το ἀναγνώρισε ἀμέσως.
Κάτω ἀπὸ τὸ καραβάκι, ἔγραφε ἕνα χαρτάκι: «Πωλεῖται».
Ἀφοῦ βεβαιώθηκε ὅτι ἦταν δικὸ του, μπαίνει μέσα στὸ κατάστημα καὶ λέει στὸν καταστηματάρχη:
- Κύριε, αὐτὸ εἶναι δικὸ μου, ἐγὼ τὸ ἔφτιαξα.
Ὁ καταστηματάρχης δὲν συγκινήθηκε καθόλου καὶ τοῦ λέει:
- Πλήρωσε ὅσα γράφει ἐκεῖ πάνω καὶ θὰ εἶναι δικὸ σου...
Ὁ πιτσιρίκος, ὅμως, δὲν εἶχε χρήματα καὶ πάει στὸν πατέρα του καὶ τοῦ διηγεῖται τὰ συμβάντα. Ὁ πατέρας του τοῦ δίνει τὰ λεφτὰ καὶ τὸ ἀγόρι ἀγόρασε τὸ καραβάκι του.
Το πῆρε, τὸ ἔβαλε στὴν ἀγκαλιὰ του καὶ λέει:
- Τώρα εἶσαι δυὸ φορὲς δικὸ μου, μία πού σὲ ἔφτιαξα καὶ μία πού σὲ ἀγόρασα.

Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός! Εἶναι Αὐτὸς πού μᾶς ἔπλασε, ἀλλὰ καὶ Αὐτὸς πού μᾶς ἐξαγόρασε μὲ τὸ Αἷμα Του! Ἀπὸ φιλότιμο καὶ μόνο, γι΄αυτά πού μᾶς ἔκανε ὁ Χριστός, ἔπρεπε νὰ ἀλλάξει κάθε ἄνθρωπος καὶ νὰ πολιτεύεται διαφορετικὰ στὴ ζωὴ του, ἐν μετανοία.

Δημήτριος Παναγόπουλος

<>






Ο πάπας Λέων Ι΄(1475-1521), ήταν φιλάργυρος και προσπαθούσε να εφεύρει τρόπους να συλλέξει χρήματα. Έτσι εξέδωσε τα συγχωροχάρτια στα οποία έγραψε, ότι ως διάδοχος του Απ. Πέτρου και επίτροπος Χριστού, είχε εξουσία να συγχωρεί ζώντες και νεκρούς, τα αμαρτήματα! 
Αυτοί που αγόραζαν τα συγχωροχάρτια ρωτούσαν αν πράγματι βγάζουν την ψυχή από την κόλαση. 
Και η απάντηση που έπαιρναν ήταν: Πίστευε και μη ερεύνα (τότε πρωτακούστηκε αυτή η φράση).
Προφασιζόταν ο πάπας, ότι τα χρήματα που έδινε κάποιος για να αγοράσει το συγχωροχάρτι, τα σύναζε για να αποσταλούν στα στρατεύματα που πολεμούσαν στην Ανατολή. 
Και όποιος έδινε τα έξοδα για ένα έτος ενός στρατιώτη, θα είχε συγχώρεση για όσα αμαρτήματα θα έπραττε εντός μιας πενταετίας. 
Και όποιος έδινε περισσότερα, είχε το δικαίωμα να αμαρτάνει περισσότερα έτη!
Ο πάπας έδιδε τα συγχωροχάρτια στο τάγμα των ιεροκηρύκων, οι οποίοι τα μοίραζαν σε όλη την Ευρώπη. 
Ο Λούθηρος που ήταν παπικός κληρικός, όταν είδε, ότι δεν μπορούσε να αποκομίσει κέρδη από τα συγχωροχάρτια, άρχισε να διακηρύσσει και να διαμαρτύρεται, ότι τα συγχωροχάρτια δεν έχουν καμμία ισχύ και ότι ο πάπας έκανε μια τέτοια κίνηση επειδή ήταν φιλάργυρος. 
Έτσι αποσχίστηκε από τους παπικούς. 
Καλώς έπραξε από την μία, αλλά κακώς από την άλλη, 
διότι δεν προσχώθηκε στην Ορθοδοξία, 
αλλά δημιούργησε μια νέα αίρεση, 
την αίρεση των προτεσταντών (οι λεγόμενοι ”διαμαρτυρόμενοι”)..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 


<>






Μια μάνα συμβούλεψε την κόρη της, λέγοντας την:

- Άκουσε κόρη μου, εγώ σαν μεγαλύτερη, θα πεθάνω και οι μέρες που έρχονται είναι πολύ δύσκολες. Μπορεί να έρθει μια περίοδος, όπως τότε στους Εβραίους της Παλαιάς Διαθήκης και να χαθούνε οι Γραφές και τα Ευαγγέλια. Αν λοιπόν, έρθει μία περίοδος τέτοια και δεις ότι δεν υπάρχει το Ευαγγέλιο και έτσι δεν θα ξέρετε τι να κάνετε, τότε να κοιτάς τι κάνει ο κόσμος και εσύ να κάνεις το αντίθετο και αυτό θα είναι το Ευαγγέλιο.

Δ. Παναγόπουλος

https://psihisangigmata.blogspot.com/2021/05/blog-post_22.html

<>







Ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, οἱ στρατιῶτες, πού φύλαγαν τὸν τάφο Του καὶ ἦταν πολλοί, δωροδοκήθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, γιὰ νὰ μή ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ἀλλὰ ὅτι κλάπηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους!
Ὁ Χριστὸς θάφτηκε μὲ τὸν Ἰουδαϊκὸ τρόπο ταφῆς. Ἄλειψαν τὸ σῶμα Του μὲ παραφίνη (κολλητικὴ οὐσία), ἔντυσαν τὸ κεφάλι μὲ τὸ σουδὰριο καὶ τὸ σῶμα μὲ σεντόνια.
Ἂν ὅμως οἱ Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἔκλεβαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὰ ἐνδύματά Του πῶς βρέθηκαν μέσα στὸν τάφο;
Δηλαδὴ ἔκλεψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, βγάζοντας πρῶτα τὰ ροῦχα Του; Ἀστεῖα πράγματα! 
Ἐξάλλου ἡ παραφίνη, πού ἄλειψαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἦταν ἡ αἰτία, τὸ σεντόνι νὰ γίνει ἕνα μὲ τὸ δέρμα τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστὸς ἔμεινε 33 ὧρες στὸν ἅδη (ἀπὸ τὶς 3 τὸ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς ἕως τὰ μεσάνυχτα τοῦ Σαββάτου), ὅσα ἦταν δηλαδὴ τὰ χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του.
Ἐκεῖ στὸν ἅδη, ὁ Χριστὸς κήρυξε καὶ ὅσοι Τὸν πίστεψαν, πῆγαν μαζί Του στὸν Παράδεισο, ὅταν Ἀναστήθηκε.
Ἡ πρώτη, πού πληροφορήθηκε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, εἶναι ἡ Θεοτόκος ἀπὸ ἄγγελο Κυρίου.
Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἰσχύει τὸ μνήσθητι πού εἶπε ὁ ληστὴς πάνω στὸ σταυρό.
Τὸ μνήσθητι ἴσχυε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη.
Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἄλλαξε ὁ τρόπος σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὑπάρχει τὸ βάπτισμα, ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ θεία Κοινωνία. 
Πλανῶνται ἑπομένως αὐτοὶ πού λένε καὶ εἶναι πολλοὶ δυστυχῶς, ὅτι ἐγὼ ἕνα μνήσθητι θὰ πῶ στὰ τελευταῖα μου, μιμούμενος τὸν ληστὴ καὶ ἔτσι θὰ σωθῶ!
Ἔξαλλου τί μνήσθητι θὰ πεῖς, ἅμα σὲ πατήσει ἁμάξι, τρελλαθεῖς ἢ πεθάνεις ξαφνικὰ καὶ ἀκαριαῖα;
Θέλει προσοχὴ αὐτὸ τὸ θέμα!..
Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν Ἀναστήθηκε καὶ δὲν εἶναι Θεός, δὲν ὑπάρχει σωτηρία γιά τὸν ἄνθρωπο.
Ἀλλά, δόξα σοι ὁ Θεός, καὶ Ἀναστήθηκε καὶ Θεὸς εἶναι.
Ὁ τάφος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι κενοτάφιο, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς Ἀναστήθηκε καὶ δὲν ὑπάρχει τὸ Σῶμα Του ἐκεῖ. 
Ἦταν καὶ καινοτάφιος, ἀφοῦ κανένας ἄλλος ἄνθρωπος, δὲν εἶχε θαφτεῖ ποτὲ ἐκεῖ. Ἦταν ὁ πρῶτος, πού θάφτηκε σὲ ἐκεῖνον τὸν τάφο.
Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θὰ κατακριθοῦμε, ἀπὸ τὸν κενὸ τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν κενὸ τάφο τῆς Παναγίας μας.
Οἱ ἄλλοι (ἑτερόδοξοι), θὰ κατακριθοῦνε ἀπὸ τὸν γεμάτο τάφο τῶν ἀρχηγῶν τους.
Ἐμεῖς θὰ κατακριθοῦμε, γιατί δὲν πιστεύουμε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ἄλλοι θὰ κατακριθοῦν, γιατί πιστεύουν σὲ πεθαμέ νους ἀνθρώπους.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +

<>



Κάποτε μία μητέρα, μή Ορθόδοξη, έφερε το νεκρό μωρό της, στον Άγιο Σπυρίδωνα, παρακαλώντας τον, να το αναστήσει... Ο Άγιος, ευρέθη σε δύσκολη θέση, διότι το μωρό ήταν αβάπτιστο και εθεώρησε σωστό να ερωτήσει τον βοηθό διάκονό Του (δείτε τί ταπείνωση είχε ο Άγιος!), για το τί έπρεπε να κάνει. Εκείνος, τότε, του απάντησε: 
- Γέροντα να κάνεις, ό,τι κάνεις και στα άλλα ζητήματα, να κάνεις δηλαδή προσευχή.
Πράγματι, ο Άγιος Σπυρίδωνας προσευχήθηκε και το αποτέλεσμα ήταν, το μωρό να αναστηθεί! Η μητέρα βλέποντας το μωρό της να επανέρχεται στη ζωή, έλαβε τέτοια χαρά και συγκίνηση, που δεν άντεξε και πέθανε. Προσεύχεται τότε ο Άγιος και γι’ αυτήν, και την ανασταίνει! Στη συνέχεια την κατηχεί και βαπτίζεται η μητέρα, μαζί με το μωρό της! Αυτός ήταν ο Άγιος Σπυρίδωνας.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας
 


<>





Ο ίδιος ο Χρι­στός φυ­γα­δεύ­ε­ται στην Αί­γυ­πτο, για να μην Τον σκο­τώ­σει ο Ηρώ­δης. 
Τι δι­δά­σκει αυτό; 
Ότι πρέ­πει και εμείς να έχου­με σύ­νε­ση στη ζωή μας, 
ώστε να μην εκ­θέ­του­με τον εαυ­τόν μας εν γνώ­ση σε κιν­δύ­νους, υπο­στη­ρί­ζον­τας, ότι ο Θεός θα μας βο­η­θή­σει. 
Είχε πει εξάλ­λου ο Θεός: Γί­νε­ται συ­νε­τοί σαν τα φί­δια και ακέ­ραιοι σαν τα πε­ρι­στέ­ρια. 
Εδώ ένας Θεός φεύ­γει από προ­σώ­που Ηρώ­δη, ποιός εί­σαι εσύ, που δεν θα φύ­γεις, από τον τόπο της ορ­γής και του κιν­δύ­νου; 
Άλλο εί­ναι αν δεν προ­λά­βεις να φύ­γεις, άλλο εί­ναι να αιφ­νι­δια­στείς και να μην μπο­ρείς να φύ­γεις. 
Τότε μόνο βο­η­θά­ει ο Θεός.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 



<>




Εάν γνω­ρί­ζα­με τι θα πει κλή­ρος για εμάς, θα ση­κώ­να­με όλους τους παπ­πά­δες στην πλά­τη μας. Δεν θα αφή­να­με κα­νέ­ναν παπ­πά να περ­πα­τά­ει κάτω! Όσο αμαρ­τω­λός και αν ήτα­νε.
Θα τον κου­βα­λού­σα­με τον παπ­πά για την ευ­λο­γία που θα παίρ­να­με απ΄αυ­τόν, για τη Χάρη που έχει το ράσο του. 
Για­τί άλλο Γιώρ­γης και άλλο παπ­πά-Γιώρ­γης. 
Ο παπ­πάς δεν αμαρ­τά­νει, ο Γιώρ­γης αμαρ­τά­νει. Ο παπ­πάς ως άν­θρω­πος εί­ναι αμαρ­τω­λός, αλλά ως όρ­γα­νο του Θεού εί­ναι Άγιος...
Ακούω πολ­λούς που πλα­νών­ται από άγνοια και λένε: Εγώ πι­στεύω στο Θεό και στο Χρι­στό. Στους παπ­πά­δες δεν πι­στεύω! Αυ­τούς δεν τους πα­ρα­δέ­χο­μαι! 
Ο Χρι­στός τί είπε σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση; Αυ­τός που δεν πα­ρα­δέ­χε­ται εσάς (απευ­θυ­νό­με­νος στους μα­θη­τές Του και εν­νο­ών­τας τους παπ­πά­δες), Εμέ­να δεν πα­ρα­δέ­χε­ται. Και όποιος δεν πα­ρα­δέ­χε­ται Εμέ­να, δεν πα­ρα­δέ­χε­ται και Αυ­τόν που με έστει­λε. 
Επο­μέ­νως αν­τί­χρι­στος και αν­τί­θε­ος εί­ναι αυ­τός που ομι­λεί κατά του κλή­ρου. 
Εδώ ο ίδιος ο Χρι­στός, από τους 12 μα­θη­τές που επέ­λε­ξε, ο ένας τον πρό­δω­σε (Ιού­δας), ο άλ­λος τον πού­λη­σε (Πέ­τρος), ο άλ­λος τον μουρ­μού­ρι­σε (Θω­μάς), οπό­τε πως απαι­τού­με οι παπ­πά­δες που επι­λέ­γου­με και φτιά­χνου­με εμείς, να μην έχουν ελατ­τώ­μα­τα;..
Οι κλη­ρι­κοί δεν έχουν πάν­το­τε Χάρη, αλλά με­τα­δί­δουν πάν­το­τε τη Χάρη, εκτός και αν εί­ναι κα­θαι­ρε­μέ­νοι..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 




<>




Κα­λέ­στε μια φορά τον καρ­βου­νιά­ρη να σας φέ­ρει κάρ­βου­να σε ένα τσου­βά­λι. 
Και όταν τα φέ­ρει, τον πάτε στο σα­λο­νά­κι σας και του πεί­τε: Κα­θί­στε να σας κε­ρά­σου­με ένα καφέ. 
Τον βλέ­πεις τον καρ­βου­νιά­ρη, μό­νος του τρα­βιέ­ται να μην κα­θί­σει, διό­τι εί­ναι κα­θα­ρά και μην λε­ρώ­σει. 
Νιώ­θει την βρω­μιά του, πα­ρα­δέ­χε­ται την βρω­μιά του και δεν κά­θε­ται. 
Έτσι συμ­βαί­νει και με τους αν­θρώ­πους που εί­ναι ''λε­ρω­μέ­νοι'' από την αμαρ­τία. 
Θα δουν τον πα­ρά­δει­σο κα­θα­ρό και δεν θα κα­θί­σουν εκεί, για­τί έχουν την συ­νεί­δη­ση της βρω­μιάς που κου­βα­λά­νε πάνω τους και μό­νοι τους θα πάνε στην βρω­μιά της κο­λά­σε­ως. 
Δεν θα τους πει ο Θεός, πο­ρεύ­ε­στε για το πυρ το εξώ­τε­ρο, 
αλλά θα πάνε μό­νοι τους εκεί..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 


<>




Ο κο­λα­σμέ­νος αυ­το­τι­μω­ρεί­ται (δεν κο­λά­ζει ο Θεός) και θα καί­γε­ται στην αιω­νιό­τη­τα. 
Φαν­τα­στεί­τε ένα πε­ρι­φραγ­μέ­νο μέ­ρος, που το έχουν φρά­ξει με ηλε­κτρο­φό­ρα σύρ­μα­τα, ως μια σει­ρά ασφα­λεί­ας. 
Και να γρά­φει στα σύρ­μα­τα: 
Προ­σο­χή θά­να­τος! 
Μην ακουμ­πά­τε! 
Τώρα έρ­χε­σαι εσύ και πας και τρα­βάς το σύρ­μα για να το κό­ψεις. 
Αδια­φο­ρείς για την τα­μπέ­λα, με απο­τέ­λε­σμα να κε­ραυ­νο­βο­λη­θείς και να κα­είς. 
Φταί­ει αυ­τός που ασφά­λι­σε το μέ­ρος εκεί­νο; 
Εί­μα­στε ελεύ­θε­ροι στο να επι­λέ­ξου­με ή τη φω­τιά ή την ασφά­λεια. 
Μό­νοι μας κα­θο­ρί­ζου­με την αιω­νιό­τη­τά μας.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
kkk


<>








Τα μνη­μό­συ­να ωφε­λούν όλους τους κε­κοι­μη­μέ­νους, με την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι η ψυχή δεν υπήρ­ξε αι­ρε­τι­κή. 
Ακό­μα και οι πιο με­γά­λοι αμαρ­τω­λοί - βα­ρυ­ποι­νί­τες ωφε­λούν­ται. 
Όπως όταν κά­ποιος που εί­ναι φυ­λα­κι­σμέ­νος, του φέρ­νουν 2 κου­βέρ­τες, ένα ζε­στό φα­γη­τό, νιώ­θει πιο άνε­τα και πα­ρη­γο­ρεί­ται, έτσι ακρι­βώς και οι κο­λα­σμέ­νες ψυ­χές, ωφε­λούν­ται και πα­ρη­γο­ρούν­ται από τα μνη­μό­συ­να. 
Για­τί άλλο εί­ναι να κοι­μά­ται κα­νείς στο τσι­μέν­το της φυ­λα­κής και άλλο να ξα­πλώ­νει και να σκε­πά­ζε­ται με την κου­βέρ­τα και να έχει στη διά­θε­ση του και ένα ζε­στό φα­γη­τό...
Όταν ο άν­θρω­πος τα­κτο­ποι­η­θεί, εξο­μο­λο­γη­θεί και με­τα­νο­ή­σει, τότε μόνο οι προ­σευ­χές του για τους άλ­λους ακού­γον­ται..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 


<>





Είναι δικός μου! Δώσ' μου τον! 
Όχι! Για το χατίρι αυτουνού, δεν σου τον δίνω!
Ο άνθρωπος που προσεύχεται για όλο τον κόσμο, 
κάνει την μεγαλυτέρα ελεημοσύνη 
στον εαυτόν του 
και στην ανθρωπότητα..
Διότι ο διάβολος κάθε μέρα ζητάει από τον Χριστό, 
όλους τους αμετανόητους ανθρώπους. 
Αυτός είναι δικός μου! 
Έκανε αυτό και αυτό, 
είναι δικός μου! 
Δώσ' μου τον! 
Γιατί δεν μου τον δίνεις;
Τότε γυρίζει ο Χριστός, δείχνει και λέει στον διάβολο: 
Διότι ταυτόχρονα, εκείνος προσεύχεται γι' αυτόν! 
Για το χατίρι αυτουνού, δεν σου τον δίνω..!
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας †
 



<>




-Μοῦ ἔχουν κάνει μάγια, λέει ὁ ἄλλος.
-Σοῦ ἔκαναν μάγια, γιατί ἐσὺ ἔκανες πρῶτα μάγια στὸν ἑαυτόν σου!
-Μὰ πῶς ἐγὼ ἔκανα μάγια στὸν ἑαυτόν μου;
-Διότι ἄφησες τὸν ἑαυτόν σου ἄοπλο καὶ ἐκτεθειμένο στὸν διάβολο καθότι δὲν ἔχεις καμμία σχέση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ζεῖς τὴν μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Δὲν ἐξομολογεῖσαι, δὲν Κοινωνεῖς, δὲν νηστεύεις, δὲν ἐγκρατεύεσαι…
Γι’ αὐτὸ ὁ ἄλλος συνεργαζόμενος μὲ τὸν διάβολο, εἴτε ἀπὸ κακία, εἴτε ἀπὸ ζήλεια, βρῆκε τὴν εὐκαιρία καὶ σὲ δέσμευσε.
Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἐκτελεστὴς τῆς ἀθανάτου σου ψυχῆς! Δὲν φταίει ἐκεῖνος. Διότι ἂν ἐσὺ εἶχες τακτοποιήσει τὴν ψυχή σου, κάνοντας καθαρὴ ἐξομολόγηση, τότε ἀκόμα καὶ ὅλοι οἱ μάγοι τοῦ κόσμου νὰ μαζευόντουσαν, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ σοῦ κάνουν κακό, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ σοῦ κάνουν μάγια…
Διαβάστε τὸ βίο τοῦ ἀρχιμάγου Ἁγίου Κυπριανοῦ. Αὐτὸς πρὶν γίνει Χριστιανός, ἦταν καθηγητὴς μάγος, ὅμως τὸν ἔφερε βόλτα μιὰ κοπελίτσα, ἡ Ἁγία Ἰουστίνη, ποὺ ἦταν μία συνειδητὴ Χριστιανοπούλα.
Ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς δὲν μπόρεσε νὰ τὴ μαγέψει, δὲν μπόρεσε νὰ τὴ βάλει στὸ χέρι του καὶ νὰ τὴ δώσει σὲ κάποιον ἄρχοντα ποὺ τὴν ὀρεγόταν. Πῶς τὰ κατάφερε ἡ Ἁγία Ἰουστίνη; Εἶχε τὸν Χριστὸ μαζί της.
Καὶ αὐτὸ ἔγινε ἡ αἰτία ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς νὰ καταλάβει, ὅτι ἡ δύναμη τοῦ σατανᾶ εἶναι μικρότερη τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ, νὰ μετανοήσει, νὰ ἐγκαταλείψει τὴ μαγεία καὶ νὰ κάψει τὰ βιβλία τῆς μαγείας στὴν πλατεῖα τῆς πόλεως καὶ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνει Ἅγιος.
Τὰ μάγια λοιπὸν θὰ καταργοῦνταν, ὄχι ἐὰν ἔπαυαν νὰ ὑπάρχουν οἱ κακοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἐὰν οἱ καλοὶ ἦταν πράγματι καλοὶ Χριστιανοί.
Βλέπουμε, κατ’ ἐξοχήν, γυναῖκες νὰ ξεματιάζουν καὶ νὰ ὑποκαθιστοῦν τὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει εἰδικὴ εὐχὴ γιὰ τὴν βασκανία. Πίσω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια τοῦ ξεματιάσματος, κρύβεται ὁ διάβολος.
Λένε πολλοί: Μά, τὸ «Πάτερ ἡμῶν»… λέει ἡ κυρία Κατίνα καὶ ξεματιάζει. Ποῦ εἶναι τὸ κακό;
Κανένα ἀγκίστρι δὲν πιάνει ψάρι χωρὶς δόλωμα.
«Πάτερ ἡμῶν» θέλει ὁ διάβολος νὰ τοῦ βάλεις, μὰ εἶναι δικό του τὸ ἀγκίστρι.
Μετὰ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» τῆς κ. Κατίνας, φεύγει ὁ διάβολος ἀπὸ τὸν ματιασμένο, γιὰ νὰ φανεῖ στὸν ἄλλον ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει δύναμη καὶ ἔχει δύναμη ἡ κυρία Κατίνα, ποὺ εἶναι ὄργανο τοῦ σατανᾶ, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει.
Ἔτσι ἡ κυρία Κατίνα γίνεται «ἁγία» στὰ μάτια τοῦ κόσμου, αὐτὸς ποὺ «θεραπεύτηκε» ἀπ’ αὐτὴν τὴν βλέπει σὰν σωτῆρας της, ἐνῷ ἡ ἴδια πιστεύει ὅτι εἶναι κάποια.
Ὅλα εἶναι τέχνασμα τοῦ σατανᾶ! Ὅμως, ὁ διάβολος, μὲ αὐτὸν τὸν πονηρὸ τρόπο, μπορεῖ νὰ λύνει τὰ μάγια τοῦ σώματος (π.χ. πονοκέφαλος) ἐκείνου ποὺ ματιάστηκε, ἀλλὰ σκλαβώνει τὴν ψυχή του.
Ἀντίθετα ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῆς εἰδικῆς εὐχῆς ποὺ διαβάζει ὁ ἱερέας, «λύνει» τὰ μάγια τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀπελευθερώνεται..
Δημήτριος Παναγόπουλος o ιεροκήρυκας +
 

<>









Δεν έχει καμ­μία επι­τυ­χία το κή­ρυγ­μα εκεί­νο ενός ιε­ρο­κή­ρυ­κος, που μι­λά­ει στο μυα­λό των αν­θρώ­πων και όχι στην καρ­διά τους..
Ο άν­θρω­πος που δεν πα­ρα­κο­λου­θεί ομι­λί­ες και κη­ρύγ­μα­τα, έχει με­σά­νυ­χτα από τα θέ­μα­τα της πί­στε­ως. 
Όχι ότι η με­λέ­τη δεν ωφε­λεί, αλλά αυτά που θα ακού­σει κα­νείς στο κή­ρυγ­μα, θα τα αφο­μοιώ­σει πολύ κα­λύ­τε­ρα, ει­δι­κά τα δύ­σκο­λα φύ­σε­ως θέ­μα­τα. 
Και αυτό, για­τί κατά το κή­ρυγ­μα, το Πνεύ­μα το Άγιο εί­ναι πα­ρών, το οποίο οδη­γεί την γλώσ­σα του ομι­λη­τού, οσο­δή­πο­τε αμαρ­τω­λός και αν εί­ναι, για το συμ­φέ­ρον των ακρο­α­τών. 
Γι΄αυτό πας πολ­λές φο­ρές σε ένα κή­ρυγ­μα και σου λέει ο άλ­λος: Αυτό ήταν για μένα από­ψε!.
Όταν ένα κή­ρυγ­μα προ­σφέ­ρε­ται σε γλώσ­σα ''υ­ψη­λή'' (με βα­θειά νο­ή­μα­τα), 
σε αν­θρώ­πους που δεν μπο­ρούν να κα­τα­λά­βουν, 
μοιά­ζει σαν ένα δε­μά­τι χόρ­το, που προ­σφέ­ρε­ται σε ένα πρό­βα­το, αλλά το κρε­μάς ψηλά και δεν φτά­νει να το φάει. 
Απλά το βλέ­πει. Θα πρέ­πει λοι­πόν το κή­ρυγ­μα να κα­τε­βαί­νει στην νο­η­μο­σύ­νη του κα­θε­νός, αν εί­ναι δυ­να­τόν.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 


<>






Σήμερα, συμπληρώνονται σαράντα τρία έτη από την κοίμηση του σεβαστού λαϊκού Ιεροκήρυκα Δημητρίου Παναγοπούλου (1916-13 Φεβρουαρίου 1982). Τρεις ημέρες πριν κοιμηθεί, του παρουσιάσθηκε η Θεοτόκος και τον ενημέρωσε ότι, ο Κύριος θα τον έπαιρνε στην Ουράνια Βασιλεία Του! Με αφορμή λοιπόν την αποκάλυψη που του έκανε η Θεοτόκος, αποφάσισε την επομένη ημέρα, να κάνει την τελευταία του ομιλία, με Θέμα: ''Περί θανάτου''! Σ’ εκείνη την ομιλία, ήταν εμφανώς συγκινημένος, διότι αποχαιρετούσε το ακροατήριό του, χωρίς εκείνοι να το γνωρίζουν! Κατέληγε την ομιλία του, με τα εξής διδακτικά λόγια:
Γιατί να χάσω την αιωνιότητα; σε ερωτώ! Δεν υπάρχει τίποτα... Δεν υπάρχει άλλη ζωή..., θα μου πεις. Εάν όμως υπάρχει ένα στο εκατομμύριο; Τί... κέρδισες εσύ που δεν πιστεύεις και τί κερδίζω, εγώ που πιστεύω; Που έφαγες λίγα μοσχάρια παραπάνω και εγώ έφαγα τα χόρτα που τρέφουν τα μοσχάρια; Που πήρες τη γυναίκα του αλλουνού ή πήρες τον άνδρα της αλληνής; Τί έκανες λοιπόν παραπάνω; Εσύ που τα ισοπέδωσες όλα, που δεν φοβάσαι τον Θεόν; Εγώ νομίζω ότι, κάθε πρωΐ, είναι πικρότερο το στόμα το δικό σου και χαλασμένο το στομάχι σου, από το δικό μου, που ζω μία ζωή συντηρητική. Και τί πρόκειται να κερδίσω εγώ που πίστεψα και τί πρόκειται εσύ να χάσεις, που δεν πίστεψες, αν υπάρχει άλλη ζωή; Αυτές είναι οι λογικές σκέψεις που πρέπει να πρυτανεύουν στον άνθρωπο! Ας ακούσουμε λοιπόν την Φωνή του Θεού γιά να ζήσουμε στην Αιωνιότητα, πράγμα που εύχομαι εις αλλήλους και εις πάντας! Αμήν!

Το πρωΐ του Σαββάτου της 13ης Φεβρουαρίου του 1982, 35 ώρες μετά το τελευταίο κή­ρυγμά του, παρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του εις τον Κύριο.

<>



Εάν στέκεστε μόνο στα χρόνια πολλά, πρέπει να ξέρετε ότι χωρίς την Ανάσταση του Χριστού, χρόνια πολλά δεν υπάρχουν!

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας
<>




Ο Θεός έδωσε σε κάθε άνθρωπο διαφορετικά χαρίσματα, για να μην μοιάζουν μεταξύ τους οι άνθρωποι. Γιατί αν δεν γινόταν αυτό, οι άνθρωποι δεν θα είχαν την ανάγκη ο ένας την ανάγκη του άλλου και θα ήταν δυστυχείς. Ενώ τώρα αυτή η διαφορετικότητα, δημιουργεί αρμονία στην κοινωνία και ικανοποιούνται όλες οι ανάγκες, όλα τα αγαθά του ανθρώπου. Για παράδειγμα, αν όλοι γινόντουσαν επιστήμονες, ποιός θα άρμεγε την αγελάδα και πως ο άνθρωπος θα έπινε το γάλα; Πόσο ωραία και πόσα σοφά τα δημιούργησε όλα ο Θεός!

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας.

<>











Η τιμωρία του βλάσφημου, μοιάζει με εκείνου που πετάει τούβλα στον ουρανό και έπειτα αυτά, επιστρέφουν και συντρίβουν το κεφάλι του.

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας.

<>


Οι άνθρωποι αντλούν δύναμη από τον εαυτό τους και όχι από τον Θεό, γι' αυτό και εξαντλούνται.

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας.

<>



Κάποτε ο Άγιος Νεκτάριος φιλοξενήθηκε από μια οικογένεια στο σπίτι τους. Το βράδυ όταν πήγαν όλοι να κοιμηθούν, ο μικρός μην μπορώντας να κοιμηθεί, θέλησε και μπήκε τελικά στο δωμάτιο του Αγίου Νεκταρίου. Τρέχει βγαίνοντας έξω από το δωμάτιο και φωνάζει:
- Μπαμπά, Μπαμπά φωτιά!
Σηκώνεται έντρομος πάνω ο πατέρας και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο του Αγίου, και τι βλέπει; Βλέπει τον Άγιο Νεκτάριο γονατιστό, μέσα σε μια καιόμενη βάτο να προσεύχεται!

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας (1916-1982)

<>













Αν μάθετε τα παιδιά σας να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους προς τον Θεό, τότε εκείνα θα εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους προς εσάς. Ειδάλλως θα είστε πικραμένοι σε όλη σας την ζωή… Φροντίστε λοιπόν τα παιδιά σας, από μικρά να τους δώσετε παιδεία Χριστού. Όχι όταν μεγαλώσουν, γιατί τότε δεν θα σας ακούνε.

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας

<>


Οι άπι­στοι άν­θρω­ποι εί­ναι δυ­στυ­χι­σμέ­νοι. Είναι σαν εκεί­νους που χτί­ζουν μέ­γα­ρα και δεν φτιά­χνουν πα­ρά­θυ­ρα και ζού­νε μέσα στο σκο­τά­δι. Διότι η Πί­στη, εί­ναι το Φως του αν­θρώ­που.

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας

<>




Κάποτε, έγινε ένα ναυάγιο. Στο καράβι επέβαιναν πεντακόσια άτομα, ανάμεσα στα οποία υπήρχε και μία σταρ του Χόλυγουντ. Όταν έγινε το ναυάγιο, όλοι έτρεξαν να μπούνε στις βάρκες και να βάλουν το σωσίβιο τους, για να σωθούν. Η σταρ όμως του Χόλυγουντ, η οποία είχε στην καμπίνα της κάποια χρυσαφικά μεγάλης αξίας, θέλησε αγνοώντας τον κίνδυνο, να πάει πρώτα στην καμπίνα της να πάρει τα χρυσαφικά και μετά να τρέξει προς τις βάρκες, με αποτέλεσμα να μην τα καταφέρει. Το πλοίο βυθίσθηκε και μαζί με αυτό και η σταρ. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην καθημερινότητά μας. Προσηλωμένοι οι άνθρωποι στα πλούτη και στα υλικά αγαθά, και μή κάνοντας σωστή διαχείριση αυτών, προς δόξαν Θεού, αλλά χρησιμοποιώντας τα προς ίδιον όφελος, τελικά καταστρέφονται διότι, ναι μεν θέλουν να σωθούν, αλλά ταυτόχρονα θέλουν και να απολαύσουν όλα τα αγαθά του κόσμου τούτου. Ομοιάζουν με την σταρ, που θέλησε να σωθεί, χωρίς όμως να στερηθεί τα χρυσαφικά της. Εμείς θέλουμε να απολαύσωμε και σε τούτο τον κόσμο και στον άλλο. Αυτό δεν γίνεται. Θα πρέπει να στερηθούμε μερικά πράγματα σε τούτο τον κόσμο, για να μας χαρίσει ο Κύριος τον Αιώνιο Κόσμο. Δεν πρόκειται να απολαύσωμε τα Ουράνια αγαθά, μαζί με όλες τις επίγειες απολαύσεις.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας

<>




Πράγματα που δεν μπορεί ο άνθρωπος να τα κάνει μόνος του, τον βοηθά ο Θεός. Πράγματα όμως που μπορεί μόνος του να τα κάνει, δεν τον βοηθά ο Θεός. Για παράδειγμα, ο Χριστός ανέστησε τον Λάζαρο, αλλά δεν του  έλυσε και τα χέρια. Άφησε στους συγγενείς του Λαζάρου, να το κάνουν αυτό.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας.

<>







Ἀγαπητοί, ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ συντέλεια. Ὅσον περνοῦν τὰ χρόνια, οἱ μῆνες, αἱ ἡμέραι, αἱ ὧραι, ἡ πλάσις γέρνει πρὸς τὸ τέλος της. Αὐτὸ ἄλλωστε δείχνουν οἱ πόλεμοι, οἱ σεισμοί, ἡ ἠθικὴ κατάπτωσις τοῦ ἀτόμου, ἡ διάλυσις τῆς οἰκογενείας, ἡ ἀνδροποίησις τῆς γυναικός καὶ γυναικοποίησις τοῦ ἀνδρός, ἡ ἐξαφάνισις τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, αἱ αἱρέσεις κ.τ.τ. Τὸ σῶμα ποὺ ψυχομαχεῖ (λέγει ὁ Θείος Χρυσόστομος) καὶ ποὺ κοντεύει νὰ πεθάνῃ, βγάζει πολλὰ ἀγκομαχητά. Τὸ σπίτι ὅταν πρόκειται νὰ πέσῃ, ῥίπτει πολλὰ χώματα ἀπὸ τὴ στέγη καὶ τοὺς τοίχους. Ἔτσι καὶ τοῦ κόσμου ἡ συντέλεια κοντεύει φανερούμενον τοῦτο ἀπὸ τὸ πλήθος τῶν κακῶν ποὺ καθημερινῶς μᾶς κατακλύζουν. Καὶ ὁ Παῦλος ἔλεγε: «Ὁ Κύριος ἐγγύς» (Φιλιπ. δ΄ 5 ). Μὴ ξεχνοῦμε λοιπόν, ὅτι ὁ χρόνος κυλᾷ καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβωμεν θὰ ῥθῇ τοῦ καθενὸς μας τὸ τέλος...
†Δημήτριος Παναγόπουλος Ἱεροκήρυκας

<>







“Για να έχει υπομονή ένας άνθρωπος, πρέπει να είναι πρώτα ταπεινός. Γι' αυτό και η ανυπομονησία χαρακτηρίζει τον εγωιστή άνθρωπο και τον κρατάει σε διαρκή εκνευρισμό.”
- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Ανυπομονησίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/anupomonisias)

<>







Κάποτε, κάποια πνευματικά τέκνα ενός γέροντα κάλεσαν τον γέροντα στο σπίτι τους. 
Ο γέροντας δέχτηκε και μια μέρα πήρε το γαϊδουράκι του (Μάρκο τον φώναζε) και κατέβηκε από το μοναστήρι για το σπίτι των παιδιών. 
Εκεί τον περίμεναν με χαρά τα πνευματικά του τέκνα.
Το τι ετοιμασίες και το τι φαγητά τού ετοίμασαν, δεν περιγράφεται! 
Ο γέροντας όμως ήταν εγκρατής και δεν έτρωγε πολύ. Ωστόσο, ο οικοδεσπότης τον προέτρεπε να φάει, λέγοντάς του:
- Κάνε αγάπη, γέροντα! Κάνε υπακοή και φάε και από αυτό... φάε και από εκείνο...
Το αποτέλεσμα ήταν να φάει ο γέροντας πολύ, για τα δικά του δεδομένα.
Όταν τελείωσαν το γεύμα, ο γέροντας τούς ευχαρίστησε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το μοναστήρι. 
Στον δρόμο σταματήσανε σε έναν ποταμό, για να πιει νερό ο Μάρκος.
Όταν το ζώο ήπιε, όσο ήθελε, ο γέροντας, λέει στον γάιδαρό του:
- Μάρκο, πιες λίγο νεράκι! 
Μάρκο, κάνε υπακοή, δείξε αγάπη και πιες ακόμα λίγο νεράκι!
Τίποτα. Ο Μάρκος, αμετακίνητος!
Βλέποντας ο γέροντας ότι ο γάιδαρος δεν πίνει άλλο νερό, του λέει:
- Αχ!., Μάρκο, εσύ έπρεπε να πας στο γεύμα και όχι εγώ!
Καταλάβατε; Ακόμα και αυτά τα ζώα μας διδάσκουν την εγκράτεια..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 




<>


Ο Κολοκοτρώνης έκανε κάποτε μνημόσυνο στον αδερφό του, που τον είχε σκοτώσει κάποιος. 
Και στο μνημόσυνο κάλεσε και τον φονιά του αδερφού του!
Η μάνα του Κολοκοτρώνη, 
δεν μπόρεσε αυτό να το χωνέψει και του είπε: 
– Βρε παιδί μου, όχι και ο φονιάς του παιδιού μου στο τραπέζι αυτό! 
Και ο Κολοκοτρώνης της είπε:
– Μητέρα, το καλύτερο μνημόσυνο είναι αυτό!
Είναι βέβαια δύσκολο πράγμα να δείξεις μακροθυμία και συγχωρητικότητα και να βλέπεις δίπλα, τον φονιά του αδελφού σου ή η μητέρα να βλέπει τον φονιά του γιού της.
Είναι δύσκολο πράγμα! 
Σπαράζει η καρδιά σου, ξεσκίζεσαι… 
Όμως το είπε ο Χριστός αυτό: 
"Αγαπάτε τους εχθρούς υμών".
Και ο ίδιος ο Χριστός τους Σταυρωτές Του, τους συγχώρησε.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +


<>





Ὅταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐσυκοφαντεῖτο καί καθυβρίζετο ἀπό τήν εἰσαγγελική ἀρχή, ἀπό τήν στρατιωτική ἀρχή καί ἀπό τούς ἄλλους παράγοντες τοῦ τόπου ἐκεῖ καί τόν εἴχανε ἀπομονώσει μέσα στήν αἴθουσα, ἐκεῖνος μόνο ἄκουγε.
Δέν ξέρω τί ἄκουγε, τί λέξεις… ὅτι τά παιδιά ἀπό τίς παράνομες σχέσεις του, τά εἶχε πετάξει μέσα εἰς τό πηγάδι ἐκεῖ… καί αὐτός ἀτάραχος σιωποῦσε!
Μήπως δέν ἤξερε νά ἀπαντήσει
ἤ δέν ἦταν λόγιος
ἤ δέν ἤξερε νά τούς καθηλώσει
ἤ δέν ἤξερε νά τούς ἀφορίσει
ἤ δέν ἤξερε νά τούς κεραυνοβολήσει;
Ὅλα τά ἤξερε, ἀλλά δέν ἔκανε τίποτα ἀπ’ αὐτά.
Δέν ἀπαντοῦσε καί ἁπλῶς ἐστράφη μόνο εἰς μιά στιγμή καί κοίταξε ἐπάνω εἰς τόν Κύριο πού ἦταν κρεμασμένος.
Καί ὅταν ἔφυγαν, τότε ἡ μικρή, ἡ Νεκταρία, ἡ ὁποία ἔβλεπε καί ἄκουγε ἀπό μία γωνία τό περιστατικό, πῆγε καί ἔπεσε στά γόνατα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καί τοῦ λέγει:
– Σεβασμιότατε, πῶς τά ἄντεξες αὐτά τά λόγια; 
Πῶς ἄντεξες Σεβασμιότατε, αὐτούς τούς χαρακτηρισμούς;
Καί δείχνοντας ὁ Ἅγιος Νεκτάριος (μία εικόνα μέ) τόν Κύριο, τῆς εἶπε:
– Αὐτός πῶς ἄκουγε;
Τί εἶπε Αὐτός παιδί μου, ὅταν κατηγορεῖτο; Τί εἶπε;
Καταλάβατε; Ἀλλά πού;..
Ποιός μιμεῖται ἀπό ἐμᾶς τόν Χριστό;
Εἴμαστε ἤ δέν εἴμαστε Χριστιανοί;
Εἴμαστε.
Πεῖτε μου, ποιός μιμεῖται ἀπό ἐμᾶς τόν Χριστό σ’ αὐτές καί παρόμοιες μ’ αὐτές περιπτώσεις;
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
<>







Όταν αναγνωρίστηκε Άγιος, ο Άγιος Νεκτάριος το 1961  σε μια Μονή του Αγίου Όρους, δημιουργήθηκαν 2 παρατάξεις Μοναχών. Οι μεν παραδέχονταν την Αγιότητά του, οι δε, την αμφισβητούσαν. Ο Ηγούμενος της Μονής, βλέποντας την κατάσταση που δημιουργήθηκε στο Μοναστήρι, κάλεσε μια μέρα τους Μοναχούς και τους είπε:
- Δεν θα γίνει το θέμα της Αγιοσύνης του Νεκταρίου, αιτία να χάσουμε τις ψυχές μας, αντιμαχώντας μεταξύ μας. Κηρύττω τριήμερη Νηστεία και με την προσευχή μας, να ζητήσουμε από το Θεό να μας αποκαλύψει, αν ο Γέροντας Νεκτάριος είναι Άγιος ή όχι.
Πράγματι αυτό και έκαναν. Την τρίτη ημέρα και ενώ ετοιμαζόταν ο Ηγούμενος να κατέβει στην Εκκλησία, χτυπάει διακριτικά η πόρτα του Κελιού του και μπαίνει μέσα ο Άγιος Νεκτάριος! Όταν μπήκε μέσα, ο Ηγούμενος αμέσως τον αναγνώρισε και έπεσε να τον προσκυνήσει. Του λέει τότε ο Άγιος Νεκτάριος:
- Αδερφέ Αθανάσιε (έτσι έλεγαν τον Ηγούμενο), πήγαινε και πες τους Πατέρες να μην κουράζονται. Ο Κύριος με αγίασε και είμαι Άγιος, Θαυματουργός και Μυροβλύτης. Γνώρισε δε, ότι ο Κύριος δεν με αγίασε για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο επειδή συγχωρούσα!
 Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας.

<>






Ένας άνδρας είπε, κάποτε, την εξής ανοησία:
«Εγώ δεν φοβάμαι τον διάβολο».
Εάν έλεγε:
«Με την βοήθεια του Θεού δεν φοβάμαι τον διάβολο», κάτι πάει και έρχεται…

Και ακούσθε τί του έκανε ο διάβολος:

Αυτός είχε μία πολύ όμορφη γυναίκα, την οποία υπεραγαπούσε και της είχε πολλή εμπιστοσύνη. Μία ημέρα είχε φέρει έναν ασπριτζή, γιά να τους βάψει το σπίτι.

Και ο διάβολος βρήκε την ευκαιρία και παρουσιάζεται στην γυναίκα του, με την μορφή της εξαδέλφης της, την οποία είχε πολλά χρόνια να δει.

Πριν κτυπήσει την πόρτα ο διάβολος, βούτηξε τα χέρια του στον ασβέστη.

Και μόλις βλέπει η γυναίκα του την εξαδέρφη της, αγκαλιάζονται και τότε ο διάβολος με τις δύο παλάμες του, αφήνει πίσω στην πλάτη της, δύο ίχνη από ασβέστη…

Τα είπανε γιά λίγο και με κάποιο πρόσχημα (ο διάβολος) ότι είχε μιά δουλίτσα την οποία έπρεπε να διεκπεραιώσει, έφυγε με την υπόσχεση ότι θα ερχόταν αργότερα…

Στη συνέχεια, πάει ο διάβολος στο μαγαζί του ανδρός της και παρουσιάζεται ως συγγενής και του λέει:

«Έρχομαι, δυστυχώς, Νικολάκη να σε πικράνω…
Θα σου πω μία αλήθεια και θα σου ζητήσω να πας γρήγορα στο σπίτι σου και να δεις τα αποτελέσματα τής γυναικός σου με τον ασπριτζή, αποτυπωμένα στην πλάτη της συζύγου σου…».

Ο άνδρας δεν επίστεψε τον συγγενή του, ωστόσο πήγε στο σπίτι του και βλέπει στην πλάτη της γυναίκας του να έχουν αποτυπωθή τα χέρια του ασπριτζή.

Άντε τώρα εσύ, να βγάλεις από το μυαλό του άνδρα ότι, δεν αγκαλιάσθηκε η γυναίκα του με τον ασπριτζή…
Αυτός είναι, λοιπόν, ο διάβολος..

Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας
<>







Ο Χριστός δεν ανακαλύπτεται με την γνώση, αλλά με την καρδία.

Ο νους είναι αργυρώνητος της καρδίας, πληρωμένος από την καρδιά.

Αν η καρδιά είναι πονηρή, ο νους είναι δίκοπο μαχαίρι. Φυλαχτείτε!

Δεν είναι θέμα εξυπνάδας ο Χριστιανισμός, και η γνώσις και η επικοινωνία με τον Χριστό.

Είναι θέμα καθάρσεως καρδίας, ταπεινοφροσύνης, δεκτικότητος και τότε ο Χριστός θα σου αποκαλύψει τον Εαυτόν Του.

Εγεννήθη ο Χριστός ή δεν εγεννήθη;

Είναι ιστορικό γεγονός, εγεννήθη,
και όσο να χτυπιόμαστε εμείς και να λέμε, εγεννήθη.

Τον αντελήφθησαν οι Εβραίοι;
Τον αντελήφθησαν οι επίσημοι;

Τον αντελήφθησαν οι ραββίνοι;
Τον αντελήφθησαν οι γνωστικοί;

Τον αντελήφθησαν οι επιστήμονες;
Κανένας, μα κανένας, μα κανένας!

Ποιος Τον αντελήφθη;
Εκείνοι στους οποίους απεκαλύφθη.
Ποιοι;
Οι ποιμένες.

«Μάθετε εσείς, οι απλοί στην καρδία, ότι ήρθα. Ακούσετε, με τα όργανα του ουρανού και της γης, το Δόξα εν υψίστοις Θεώ. Και κατεβείτε μέχρι Βηθλεέμ…»

Καί κατεβήκανε…
Αφήσανε τα πρόβατά τους, αφήσανε αυτά που εποίμαιναν τη νύκτα, αδιαφορώντας για τα θηρία, αδιαφορώντας για τους κλέφτες, και κατέβηκαν και ηξιώθησαν αυτά τα μάτια, τα αγνά, των ποιμένων, τα άκακα, τα άδολα, να ιδούν τον Θεό νηπιάζοντα..

Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας
 


<>





Ο Προφητάναξ Δαβίδ διέπραξε μοιχεία με την Βηθσαβεέ.
Το μωρό (καρπός της μοιχείας) που γεννήθηκε, αρρώστησε.

Τότε ο Δαβίδ έβγαλε τα βασιλικά του ρούχα, φόρεσε ένα σάκκο, πήγε και κάθισε πάνω σε στάχτη και έκλαιγε και προσευχόταν μέρα-νύχτα.

Δεν έτρωγε, δεν έπινε τίποτα! Κάθισε εκεί επτά μέρες!
Την έβδομη μέρα πέθανε το μωρό.

Όταν πληροφορήθηκε ο Δαβίδ τον θάνατο του παιδιού του, σηκώθηκε από την στάχτη, πλύθηκε και πήγε στο Ναό να προσευχηθεί. Μετά πήγε στην τράπεζα να φάει.

Δεν ζήτησε να δει καν το παιδί.
Μόλις είδαν οι αυλικοί την συμπεριφορά του, νόμισαν ότι ο βασιλιάς τους, τρελάθηκε.

Όταν έφαγε ο Δαβίδ, τόλμησε κάποιος με διακριτικότητα να τον ρωτήσει:
– Βασιλιά μας, όταν το παιδί ήταν άρρωστο, εσύ προσευχόσουν γοερώς πάνω στη στάχτη και έμενες νηστικός.

Τώρα που το παιδί πέθανε, σε βλέπουμε να σταμάτησες την προσευχή και έρχεσαι χωρίς να δεις το μωρό και τρως.
Γιατί ενεργήσατε έτσι;

Και Δαβίδ του είπε:
– Όσο το παιδί ήτανε ζωντανό, προσευχόμουνα και έλεγα:
”Θεέ μου, τιμώρησε εμένα και άφησε αυτό το μωρό.
Εξάλλου τι φταίει αυτό;
Εγώ είμαι η αιτία της αμαρτίας”.

Όμως ο Θεός το πήρε. Δεν πήρε εμένα, αλλά εκείνο.

Και επειδή εγώ θα πάω προς εκείνο όταν πεθάνω και όχι εκείνο θα έρθει προς εμένα, γι’ αυτό ακριβώς, ήρθα για φαγητό…

Εμείς όμως όταν χάσουμε αγαπημένο μας πρόσωπο, ανοίγουμε πόλεμο με το Θεό..

Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας
 






Όλες οι θρησκείες του κόσμου ”μιλάνε” στο νου του ανθρώπου. Μόνο η Ορθοδοξία ”μιλάει” στην καρδιά του...

Αλίμονὸ μας, αν ο ἅγγελος φύλακάς μας, σταματήσει να μας φρουρεί! Θα μας ξευτελίσει ο διάβολος σαν λιμὰρι μὲσα σε δευτερὸλεπτα..

Την Προστασία που προσφὲρει ο Ἀγγελος φύλακας στον άνθρωπο, δεν μπορεί να του την προσφὲρουν, οὺτε οι καλὺτεροι στρατοὶ του κὸσμου!

Αλλὰ για γα γίνει αυτὸ, πρὲπει ο ὰνθρωπος να εἰναι πιστὸς Χριστιανὸς και να προσεύχεται σ΄ αυτόν.

Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας
<>



"Η καλόγρια αυτή, όταν έλεγε τη λέξη Χριστός, έτρεχαν ουρές δακρύων από τα μάτια της.."
- Γνώρισα κάποτε μια καλόγρια, η οποία είχε θείο έρωτα. 
Αυτή η καλόγρια με βοήθησε με τον τρόπο της, ώστε το 1951 να επιστρέψω στο δρόμο του Θεού.
Η καλόγρια αυτή, όταν έλεγε τη λέξη Χριστός, έτρεχαν ουρές δακρύων από τα μάτια της, σαν να άνοιγε κάποιος από μέσα της μια βρύση. 
Δεν το έχω ξαναδεί αυτό το πράγμα σε άλλον άνθρωπο.
Η καλόγρια αυτή με έλεγε χαρακτηριστικά: 
«Να ‘ξεραν οι άνθρωποι, Δημήτρη μου, πόσο πολύ μας αγαπάει ο Χριστός!» 
Και τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα!
Εμείς δεν έχουμε τέτοια πράγματα και το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι, αν χτύπησε η τρίτη καμπάνα για να πάμε τελευταία στιγμή στην Εκκλησία..
Δημήτριος Παναγόπουλος


<>



Είναι πολλοί εκείνοι, που αντί να πάνε στην Εκκλησία την Κυριακή, πηγαίνουν εκδρομές, ανεβαίνουν βουνά, πάνε για κυνήγι, εξασκούν για ψυχαγωγία διάφορα σπορ κ.ά. 
Το πόσο κακό κάνουν στην ψυχή τους, θα το καταλάβουν την ημέρα που θα δώσουν λόγο στο Θεό.
Μία Κυριακή έχουμε για να ξεσκάσουμε και εμείς, λένε.
Όλη την βδομάδα στη δουλειά και την Κυριακή την αφιερώνουν στα σπορ και όχι στον Θεό. Αλλά έχουν και την συνήθεια να επισκέπτονται και να ανάβουν το κεράκι τους στο εξωκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας και του Αγίου Γεωργίου, όποτε τους βρεθεί η ευκαιρία.
Αυτούς, τους κοροϊδεύει ο διάβολος, γιατί χωρίς εξομολόγηση, χωρίς μετάνοια και χωρίς Εκκλησιασμό, αυτές οι πράξεις είναι ανώφελες και δεν τις λαμβάνει ο Θεός υπόψην.
Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας †

<>




Ο Θεός δεν φωτίζει άλλον περισσότερο και άλλον λιγότερο. Φωτίζει όλους το ίδιο!

Είναι σαν τις ακτίνες του ηλίου, που μας φωτίζουν όλους το ίδιο.

Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται σε εμάς, κατά πόσο εμείς είμαστε δεκτικοί φωτισμού!

Και αυτό εξαρτάται από την πίστη μας και την ζωή που κάνουμε.

Γι’ αυτό οι άνθρωποι, αν και ”κολυμπάνε” μέσα στη Χάρη του Θεού, που είναι πανταχού παρών, δεν νοιώθουν όλοι τη Χάρη.

Διότι άλλοι δεν πιστεύουν στον Θεό και άλλοι που Τον πιστεύουν δεν διάγουν Ορθόδοξα.

Όσοι δεν νιώθουν τη Χάρη του Θεού είναι ταλαίπωροι.

Και ο πιο ταλαίπωρος όλων είναι ο διάβολος που δεν βιώνει καθόλου Χάρη Αγίου Πνεύματος!

Ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει, από το εάν και κατά πόσο βιώνει τη Χάρη του Θεού μέσα του, από την πνευματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

Όλοι οι βαπτισμένοι μεταφέρουν μέσα τους τη Χάρη λίγο ή πολύ, η οποία κατά την προσευχή γίνεται αισθητή και παρηγορεί τον άνθρωπο.

Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +

<>



Οι άνθρωποι που είναι βουτηγμένοι στην αμαρτία και στο σκότος, είναι μπερδεμένοι και οι πράξεις τους είναι παράλογες.

Παράδειγμα 1ο:
Ο Ιούδας κατεφίλησε το Χριστό, όταν Τον πρόδωσε.
Αν ο Ιούδας αγαπούσε το Χριστό, γιατί Τον πρόδωσε, φέρνοντας στρατιώτες να Τον συλλάβουν;
Αν πάλι ο Ιούδας δεν αγαπούσε το Χριστό, γιατί Τον κατεφίλησε με τέτοια εγκάρδια διάθεση;

Παράδειγμα 2ο:
Ήρθαν στρατιώτες στον Πιλάτο, για να τον πουν να φράξουν τον τάφο του Χριστού και πήραν την άδειά του και έφραξαν τον τάφο.
Τώρα, αν πίστευαν όλοι τους, ότι ο Χριστός ήταν Θεός, τότε τί πήγαν και έκαναν;
Αν πάλι δεν πίστευαν, ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά ένας πλάνος, τότε τί φοβήθηκαν και έφραξαν τον τάφο Του;

Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας +
<>




Το θυμιατήριο εκφράζει όλο τι δόγμα της Ορθόδοξης πίστης μας. Οι 3 αλυσίδες που στηρίζεται το θυμιατήριο συμβολίζει την Αγία Τριάδα. Η κοιλία του θυμιατηρίου συμβολίζει την Παναγία, το κάρβουνο συμβολίζει τον Χριστό, το θυμίαμα συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα και τα 12 κουδουνια είναι οι 12 Απόστολοι.
Δημήτριος Παναγόπουλος


<>



Σου λέει ο ένας σήμερα:
– Τρελάθηκες; Για παιδιά είναι σήμερα;

Και λέει τρελό αυτόν που κάνει παιδιά.

Σου λέει ο άλλος:
– Τρελάθηκες; Για νηστεία είναι σήμερα;
Ξέρεις, οι κοιλαράδες οι παππάδες, τί τρώνε;

Και λέει τρελό αυτόν που κάνει νηστεία.

Σου λέει ο παράλλος:
– Τρελάθηκες; Με τον σταυρό στο χέρι, πώς θα προοδεύσεις;

Και λέει τρελό αυτόν που είναι τίμιος.

Σε τέτοια εποχή ζούμε, όπως είπε προφητικά ο Μέγας Αντώνιος, ότι οι πραγματικά τρελοί, θα λένε τρελούς, τους ενάρετους.

Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας †








Ο άνθρωπος που είναι μακριά από το Χριστό, είναι άρρωστος από τύφο. 
Ο τύφος είναι μια παράξενη αρρώστια, που κάνει τον άνθρωπο αχάριστο και σκληρό. 
Και ενώ βλέπεις τον ιατρό και την νοσοκόμα να βρίσκονται πάνω από ένα ασθενή που πάσχει από τύφο και να προσπαθούν να τον περιποιηθούν και να τον επαναφέρουν στην υγεία του, 
εκείνος (είναι ιδίωμα της ασθενείας του) αρχίζει να τους βρίζει και να παραφέρεται. 
Και ο ιατρός του χαμογελάει..
Γιατί ξέρει, ότι όλα αυτά τα συμπτώματα, είναι απόρροια της ασθενείας του. 
Όταν όμως ο ασθενής αποθεραπευτεί από τον τύφο, 
τότε θα αρχίσει να κλαίει και να ζητάει συγγνώμη από τον ιατρό και την νοσοκόμα.
Γι’ αυτό όταν μιλήσετε σε κάποιον άπιστο, για τον Χριστό, μην τον παρεξηγήσετε εάν σας μιλήσει άσχημα. 
Θα επιμείνετε με διάκριση και εάν κάποτε γυρίσει και μετανοήσει, θα σας είναι ευγνώμων μια ζωή.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας +

<>




Αν σε ρωτήσει κάποιος:
- Πώς αποδεικνύεται, ότι η Ορθοδοξία είναι η μόνη αληθινή πίστη.
Τι θα τον απαντήσεις;
Θα του πεις ότι:
α) Το Άγιο Φως δίδεται θαυματουργικώς μόνο στους ορθοδόξους και σε κανέναν ετερόδοξο ή αλλόδοξο!
β) Μόνο ο ορθόδοξος παπάς εκβάλλει δαιμόνια από έναν δαιμονισμένο!...
γ) Μόνο ο τάφος του Χριστού είναι κενός. Κανένας άλλος τάφος αρχηγού θρησκείας, δεν είναι κενός. Ο κενός τάφος του Χριστού, είναι μια απόδειξη της Αναστάσεως και της ορθής πίστεώς μας.
δ) Μόνο στην Ορθοδοξία συναντάς Άγια λείψανα. Όλοι οι ιατροί του κόσμου, που εξέτασαν άγια λείψανα (άλλα ήταν άφθορα και άλλα ευωδίαζαν), σήκωσαν όλοι τους ψηλά τα χέρια, μην μπορώντας να εξηγήσουν επιστημονικά τα ευρήματά τους.
ε) Μόνο στην Ορθοδοξία θα συναντήσεις θαυματουργικές Εικόνες με πάμπολλα θαύματα. Π.χ. η εικόνα της Παναγίας της Μαλεβής, που εκκρίνει μύρο, θεράπευσε πολλούς ανθρώπους.
στ) Μόνο ο ορθόδοξος παπάς διαβάζοντας ειδική ευχή, αγιάζει το νερό και το κάνει Αγιασμό. Μάλιστα ο αγιασμός δεν χαλάει το νερό ποτέ, όσοι αιώνες και να περάσουν!!!
Αείμνηστος ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος



Εφόσον άνθρωπε θα συναντηθείς κάποτε με τον Χριστό και θα σε Κρίνει, τί τα κρύβεις τα αμαρτήματά σου; Γιατί δεν πας από τώρα στο εξομολογητήριο και να παραδεχτείς, ότι τα έκανες; Γιατί δεν πας να πεις:
- Εγώ φταίω, δικό μου το τραύμα, δικιά μου η πληγή! Εγώ πήγα σε αυτή, εγώ πήγα σε αυτόν! Εγώ ήθελα να ακούσω! Εγώ φταίω Κύριε! Ούτε ο Διάβολος φταίει, διότι εγώ μάζεψα τα φρύγανα, ο Σατανάς απλώς έβαλε φωτιά. Εγώ του έδωσα το δικαίωμα...
Γιατί λοιπόν δεν πας, εφόσον είσαι βέβαιος, ότι θα σε συγχωρέσει ο Χριστός; Και αν είναι κόκκινα, σου λέει, θα σου τα κάνω λευκά και είναι μαύρα, θα σου τα κάνω σαν το χιόνι. Εδώ όμως σε αυτό δικαστήριο όχι στο άλλο το ουράνιο. Χαρά στον άνθρωπο που θα κριθεί με τον Χριστό εδώ, στο επίγειο δικαστήριο και όχι στο Ουράνιο. Διότι λέει ο Χριστός:
- Έλα να παραδεχτείς, ότι σαν άνθρωπος αμάρτησες και Εγώ να σου τα συγχωρήσω. Διότι εάν δεν θελήσεις να δικαστείς εδώ μαζί μου, που μόνο συγχωρώ και δεν δικάζω και βγάζω όλες τις αποφάσεις μου αθωωτικές, θα σε δικάσω εκεί, την ημέρα εκείνη...
Πού είναι η λογική μας; Πού είναι η εξυπνάδα μας; Πού είναι η πρόοδός μας; 
Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυξ





“Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, που αναθέτουν την Βάπτιση των παιδιών τους, σε ανθρώπους, που δεν ξέρουν ούτε το Σύμβολο της Πίστεως να διαβάσουν, ούτε το σταυρό τους να κάνουν. Πώς θα μπορέσει αυτός ο ανάδοχος, να κατηχήσει αργότερα το παιδί στα πνευματικά θέματα; Γιατί όταν κάποιος βαφτίζει μία ψυχή, γίνεται ουσιαστικά εγγυητής της ψυχής αυτής. Τί γίνεται σε μια συναλλαγματική, όταν υπογράψεις ως εγγυητής και δεν την πληρώσει ο άλλος; Θα την πληρώνεις εσύ... Αυτό ακριβώς γίνεται και με το βάπτισμα. Θα την πληρώσεις την υπόσχεση που έδωσες κατά τη διάρκεια του μυστηρίου. Όσοι φάνηκαν ασυνεπείς στην υπόσχεση αυτήν και δεν κατήχησαν το παιδί που βάφτισαν, να πάνε να βρούνε έναν έμπειρο παππά και να το εξομολογηθούνε. Μόνο με την μετάνοια και την εξομολόγηση, τακτοποιείται αυτό το θέμα. Και... προσευχή μέρα-νύχτα για το παιδί αυτό.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αναδόχου - Νονού (https://www.rimata-zois.gr/peri/anadochoy-nonoy)
<>


 “Αλίμονο στη ψυχή, που θα φτάσει στην αναίδεια να πει: «Τίποτα δεν φοβάμαι!».
Αυτή η εγωιστική αφοβία, είναι η αρχή της πτώσεως και της καταστροφής της.”

- Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος • Περί Αναίδειας - Αδιαντροπιάς (https://www.rimata-zois.gr/peri/anaideias-adiantropias)
<>
 “Μια μέρα ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη από ένα άγαλμα. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο, απάντησε: ''Εξασκούμαι, στο να μην απογοητεύομαι από την αναισθησία των ανθρώπων''.”

- Περί Αναισθησίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/anaisthisias)

<>




“«Ρώτησαν τον φιλόσοφο Στίλπωνα, αν υπάρχει κάτι πιο ψυχρό από ένα άγαλμα. «Ναι», είπε, «ένας αναίσθητος άνθρωπος».”

- Περί Αναισθησίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/anaisthisias)

<>

“Ο ήλιος ωφελείται από εμάς, ή εμείς ωφελούμαστε από τον ήλιο; Εμείς έχουμε ανάγκη από τον ήλιο. Έτσι ακριβώς και εμείς έχουμε ανάγκη από τον Θεό και όχι ο Θεός από εμάς.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Ανάγκης (https://www.rimata-zois.gr/peri/anagkis)

<>




“Ο άνθρωπος που τα έχει όλα και δεν του λείπει κάτι, γίνεται θηρίο.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Ανάγκης (https://www.rimata-zois.gr/peri/anagkis)
<>

 “Ο ήλιος ωφελείται από εμάς, ή εμείς ωφελούμαστε από τον ήλιο; Εμείς έχουμε ανάγκη από τον ήλιο. Έτσι ακριβώς και εμείς έχουμε ανάγκη από τον Θεό και όχι ο Θεός από εμάς.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Ανάγκης (https://www.rimata-zois.gr/peri/anagkis)

<>


Οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται μόνο για το σώμα τους και καθόλου για την ψυχή τους, ομοιάζουν με εκείνον, που φορτώνει την καρότσα του αυτοκινήτου τους, μόνο στην μία πλευρά. Μια μέρα θα τουμπάρουν… Η ψυχή στον άνθρωπο, πρέπει να έχει το ρόλο του αναβάτη και το σώμα, πρέπει να έχει το ρόλο του υποζυγίου.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 
<>




Όπως σε ένα έγ­γρα­φο, όταν δεν απο­τυ­πώ­νε­ται σω­στά η σφρα­γί­δα, το έγ­γρα­φο δεν έχει ισχύ, έτσι και ο σταυ­ρός που κά­νου­με λά­θος, δεν εί­ναι σταυ­ρός…
Αυ­τοί που τρώ­νε, χω­ρίς να κά­νουν το σταυ­ρό τους, θα τους κρί­νει η κότα.
Η κότα θα εί­ναι μάρ­τυ­ρας κα­τη­γο­ρί­ας γι΄αυ­τούς, η οποία πί­νει νερό και κοι­τά­ζει το Θεό.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 
<>




Έναν αιρετικό άνθρωπο ο διάβολος δεν τον πειράζει.
Δεν τον βάζει επιθυμία χρήματος, γυναίκας, κόσμου κ.ά. για να φαίνεται ''άγιος'' στα μάτια του κόσμου, ώστε να μπορεί να πλανέσει, όσο το δυνατόν περισσότερους στην αίρεση του.
Έτσι ακούς πολλούς αιρετικούς να λένε, ότι από τη στιγμή που μπήκαν σε μια αίρεση, μπόρεσαν να κόψουν κάποια πάθη τους π.χ. χαρτοπαιξία, κάπνισμα, πορνεία κ.ά.
Εμ, έτσι είναι.
Γίνανε αιρετικοί και δεν τους πολεμάει άλλο ο διάβολος με τα πάθη τους.
Γιατί άμα είσαι αιρετικός, δεν είναι ανάγκη να είσαι για παράδειγμα και πόρνος, αφού η αίρεση αρκεί να σε κολάσει.
Και εμφανίζεται αυτός στον κόσμο ως άγγελος, ως αρνάκι,
ενώ στην ουσία είναι ένας αρνητής της πίστεως και του Χριστού και είναι από τώρα κολασμένος..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 
<>







Αν δεν αραίωσες τις φιλίες σου, 
αν δεν σε εγκατέλειψαν οι φίλοι σου, 
αν δεν άρχισαν οι άλλοι να σε ειρωνεύονται, 
τότε να ξέρεις ότι δεν έκανες βήμα στον Χριστιανισμό. 
Γιατί ο Χριστός γεννάται στην καρδιά εκείνου του ανθρώπου, όπου έχουν πεθάνει όλοι οι άλλοι “θεοί” μέσα του (ο θεός της μόδας, ο θεός της σαρκός, ο θεός του εγωισμού κ.ά.)..
Άνθρωπε δεν κλέβεις, δεν ληστεύεις, αλλά και δεν προσφέρεσαι να θυσιαστείς για τον άλλον. Ανήκουμε στην κατηγορία του λευίτη. Δεν πειράζουμε, αλλά θέλουμε και να μην μας πειράξουν. 
Λένε πολλοί: Δεν πειράζω κανέναν, αλλά εάν με πειράξουν..
Βήμα δεν έκανες στον Χριστιανισμό. 
Δεν έχει καμμία αξία ο άνθρωπος που δεν πειράζει τον άλλον ή πειραζόμενος, πειράζει. 
Ο σωστός Χριστιανός πειραζόμενος, δεν πειράζει, αλλά κάνει και το αγαθό στον έχοντα ανάγκη..
Ξέρετε ποιό είναι το δόγμα του Χριστιανού;
Να χαίρεται όταν τον ξεγελούν και να μην ξεγελά.
Να βλάπτεται και να μην βλάπτει.
Να πειράζεται και να μην πειράζει.
Να είναι θύμα, θύτης να μην είναι..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας +

<>


Ως Χριστιανοί είμαστε υποχρεωμένοι να δείξουμε το σωστό με το παράδειγμά μας, άσχετα άμα δεν γινόμαστε αρεστοί στους άλλους.
Με διάκριση να διαφωτίζουμε την άγνοιά τους.
Βλέπετε, ότι όταν οι Πρωτόπλαστοι αμάρτησαν στον παράδεισο, ο Θεός δεν έμεινε σιωπηλός, αλλά τους μίλησε διακριτικά, να καταλάβουν το λάθος τους και να μετανοήσουν. Άσχετα αν τελικά δεν μετανόησαν και εκδιώχτηκαν από τον παράδεισο. 
Έτσι πρέπει να πολιτευόμεθα και εμείς.
Πώς όταν βλέπουμε μια παρανομία, την καταγγέλουμε στην αστυνομία με σκοπό να πιαστεί ο δράστης και να μην αυξηθεί το κακό στην κοινωνία, 
το ίδιο πρέπει να κάνουμε, 
όταν υποπέσει στην αντίληψή μας κάποια αμαρτία κάποιου συνανθρώπου μας. 
Να ενημερώσουμε τον παππά ή τον Επίσκοπο, αν εμείς δεν μπορούμε να τον νουθετήσουμε.
Ο σκοπός της ενημέρωσης αυτής δεν είναι να εξευτελίσουμε και να κατακρίνουμε τον άνθρωπο αυτό, αλλά να τον βοηθήσουμε για να καταλάβει ότι αυτό που κάνει, γίνεται αιτία να κολαστεί.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
  <>



<>


Θέλεις να δεις αν προχώρησες στον Χριστιανισμό; 
Δες αν αντέχεις τα σφάλματα, τις αδυναμίες και τα παράξενα του άλλου. 
Αν δεν τα αντέχεις, νευρώνεσαι και αντιδράς, 
γνώριζε ότι δεν έκανες βήμα στον Χριστιανισμό. 
Και όπως βάζεις το θερμόμετρο να δεις τι πυρετό έχεις, έτσι και αυτό είναι ένα μέσο, να θερμομετρηθείς αναφορικώς με την πίστη σου.
Ο πραγματικός Χριστιανός δεν είναι άνθρωπος, αλλά υπεράνθρωπος. 
Δεν έχει αίμα μέσα του, αλλά νερό. 
Είναι πάντα ψύχραιμος και δεν θυμώνει. 
Γνωρίζει, ό,τι και να του συμβεί στη ζωή του, ο Θεός το επιτρέπει, για το καλό του και έτσι παρηγοριέται.
Σ’ αυτό το γρανάζι σκοντάφτουν πολλοί..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας +
 


<>







Πολλοί είναι εκείνοι που λένε: 
Δεν δέχομαι το Χριστό, γιατί με θέλει δούλο. 
Είναι κάτι, που πολλοί σκοντάφτουν στο σημείο αυτό. 
Μα σε θέλει ο Χριστός δούλο, όπως σε θέλει ο διάβολος; 
Δεν μπορούν οι άνθρωποι να ερμηνεύσουν τη δουλεία του Χριστού και τη δουλεία του διαβόλου. 
Η δουλεία του διαβόλου είναι τυραννική και έχει σκοπό να βασανίζει τον άνθρωπο. 
Ενώ στο Χριστό, ο άνθρωπος εκούσια δουλώνεται, ως ευγνωμοσύνη για την φιλανθρωπία που μας έδειξε, απελευθερώνοντάς μας από τα δεσμά του διαβόλου, και μας δόθηκε έτσι η ευκαιρία να σωζόμαστε. 
Είναι λοιπόν προς συμφέρον της ψυχής του ανθρώπου, ο άνθρωπος να εξαρτιέται από τον Χριστό και ο όρος δούλος δεν έχει την αυστηρή έννοια του όρου, όπως την ερμηνεύουμε εμείς. Είναι δουλεία ευεργετική..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο ιεροκήρυκας
 


<>



«Διηγοῦνται γιά τούς Ἄραβες, πού ὁδηγοῦν τά καραβάνια μέσ᾽ ἀπ᾽ τίς ἀχανεῖς ἐκτάσεις τῆς ἐρήμου, ὅτι τίς νύχτες, ὅταν ὄλα σιγοῦν, ἀκοῦν ἀπό μακρυά ἕνα βογγητό, πού τούς κάνει νά βυθίζωνται σέ σκέψεις. Ἄν τούς ρωτήσετε τί σκέπτονται, θά σᾶς ἀπαντήσουν: “Ἀκοῦμε τήν ἔρημο!”. Κι ἄν ἐπιμένετε νά σᾶς ἐκμυστηρευθοῦν τί συγκεκριμένα ἀκοῦν, θά σᾶς ποῦν: “Ἀκοῦμε τήν ἔρημο πού κλαίει, γιατί θά ἤθελε νά εἶναι λιβάδι!”.
Μονάχα μ᾽ ἕνα τέτοιο παράπονο μποροῦμε νά παρομοιάσουμε τό παράπονο τῶν ἐρημωμένων ψυχῶν τῶν περισσοτέρων νέων μας ἀπ᾽ τήν πνευματική πυρκαϊά καί τόν ἠθικό πόλεμο τῶν τελευταίων χρόνων, πού, δυστυχῶς, δέν ἔπαυσε ἀκόμα!
Ἀλλά ποιός τ᾽ ἀκούει καλύτερα τό παράπονο αὐτό; Καί ποιά ὥρα; Ὁ πνευματικός, ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν μικρῶν καί μεγάλων, τήν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως»(Παναγοπούλου Δημητρίου, Λόγια πρός Νέους, ἐκδ. Ν. Παναγοπούλου, Ἀθήνα χ. χ., 2).

<>



Το έτος 1630, όταν δηλαδή το Έθνος μας ήταν σκλαβωμένο στους Τούρκους, κάποιος ευσεβής Χριστιανός είδε μια φοβερή οπτασία! Είδε, ότι βρισκόταν στην Εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Γινόταν Θεία Λειτουργία, στην οποία Λειτουργούσε ο Ίδιος ο Χριστός! Σε μια στιγμή βλέπει κάποιον σοβαρό κύριο, να πηγαίνει στον Χριστό και να Τον παρακαλεί να απελευθερώσει το Ελληνικό Έθνος από την σκλαβιά των Τούρκων. Ο Χριστός ούτε καν τον άκουσε, ούτε καν έριξε ένα βλέμμα πάνω του. Απογοητεύτηκε τότε ο κύριος και πήγε πάλι στη θέση του. Σε λίγο όμως, ξανασηκώνεται και πηγαίνει στην Παναγία και Της λέει: 
- Δέσποινα του κόσμου, Εσύ που Τον γαλούχησες, μίλησέ Τον για το Ελληνικό Έθνος, να το απελευθερώσει από την σκλαβιά των Τούρκων. Η Παναγία τότε πήγε στο Ιερό, γονάτισε δίπλα στην Αγία Τράπεζα και σηκώνει τα χέρια Της και Τον παρακαλάει. Και γυρίζει τότε ο Χριστός και Της λέει: 
- Άκου Μητέρα μου, δεν μετάνοιωσαν ακόμη! Δεν εξέλειψε ο λόγος, για τον οποίο δόθηκε αυτή η Τιμωρία.
 Η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων  λόγω της αμετανοησίας μας και θα ξαναγίνει Ελληνική, όταν ως Έθνος ΜΕΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας.
, facebook.com <>




Η μεγαλύτερη επιτυχία και ο μόνος προορισμός μας είναι να γνωρίσουμε τον μόνο αληθινό Θεό. Αν αυτό δεν γίνει, δώσε χρυσά κουτάλια στον εαυτόν σου και στα παιδιά σου και ετοιμάσου για μία κόλαση στην αιωνιότητα...
Δημήτριος Παναγόπουλος,  Ιεροκήρυκας.
, facebook.com <>





Ο Χριστός, δεν παρουσιάσθηκε μετά  την Ανάστασή Του στους σταυρωτές Του, διότι εγνώριζε ότι  δεν επρόκειτο κανείς να Τον πιστέψει.
Δημήτριος Παναγόπουλος,  Ιεροκήρυκας.
, facebook.com <>





Αν η Νηστεία δεν είναι τίποτα, όπως υποστηρίζουν αρκετοί, τότε γιατί να νηστέψει ο Χριστός 40 μέρες και 40 νύχτες στην έρημο;  Ο Χριστός δεν είχε ανάγκη να νηστέψει, αλλά έδωσε παράδειγμα σε εμάς, ότι και εμείς πρέπει να νηστεύουμε και ότι ο δρόμος για τον Παράδεισο, περνάει από την Νηστεία, κάτι που δεν εφάρμοσαν οι Πρωτόπλαστοι.  Η Εντολή που έδωσε Θεός στους Πρωτόπλαστους, να μη φάνε από τον απαγορευμένο καρπό είναι Εντολή Νηστείας. Γι' αυτό άνθρωπε δεν μπορείς να σωθείς, εάν δεν νηστεύεις.  
Δημήτριος Παναγόπουλος,  Ιεροκήρυκας.
, facebook.com <>




Ο άνθρωπος όταν είναι στην υπακοή του Χριστού έχει ηρεμία, έχει ησυχία και βλέπει το χέρι του Θεού να τον κατευθύνει σε όλες τις περιπτώσεις, να τον σκεπάζει, να τον διαφωτίζει και να τον καθοδηγεί. Εμείς όμως, κάνουμε τη ζωή μας χωρίς τον Χριστό γι' αυτό χάσαμε την ηρεμία και την ειρήνη μας και είμαστε δυστυχισμένοι...
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας , facebook.com <>




Η αμαρτία είναι δηλητήριο που τρελαίνει τον άνθρωπο και τον κάνει να μήν καταλαβαίνει τί κάνει. Από την στιγμή που μπει η αμαρτία στη ζωή του ανθρώπου, η ψυχή του σκληρύνεται.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας  , facebook.com <>





Οι σημερινοί Χριστιανοί έπαψαν να είναι Χριστιανοί. Είναι νερόβραστοι Χριστιανοί. Στους 1000 Χριστιανούς τολμώ να πω, ότι μόνο οι 5 - 10 αντιτάσσονται στον διάβολο, στον κόσμο, στην σάρκα τους και είναι πραγματικοί Χριστιανοί. Και αυτό διότι δεν αγαπούμε τον Χριστό όπως λέει Αυτός:  ''ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας,  ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος''. Τον αγαπούμε μερικώς και με τον τρόπο μας. Εάν ελεγχθούν τα Χριστιανικά σπίτια, θα δείτε ότι ζούνε κοσμικά 100% ...
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας , facebook.com <>




Ο Παντοδύναμος Θεός που μπορεί να κάνει τα πάντα, δεν μπορεί να ''φτιάξει'' θέληση στον άνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος δεν θέλει, ο Θεός δεν μπορεί. Ο Θεός θέλει τον άνθρωπο συνεργάτη. Και όσο ο άνθρωπος θέλει, τόσο ο Θεός δίδει. Δεν θέλει ο άνθρωπος; Ο Θεός δεν δίδει. Επομένως όλα εξαρτώνται από την θέληση και την ΜΕΤΑΝΟΙΑ του ανθρώπου.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας , facebook.com <>




Μπορεί να καίει το καντήλι μας ακοίμητο στην εικόνα του Χριστού, αλλά η καρδιά μας όλη την ημέρα είναι αφοσιωμένη σε άλλα πράγματα και όχι στον Χριστό.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας , facebook.com <>




Έξυπνος άνθρωπος είναι εκείνος που βρίσκεται έξω από τον ύπνο της αμαρτίας, είναι εκείνος που φυλάγεται από την αμαρτία.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας , facebook.com <>




Σας το λέω με απόλυτη πεποίθηση. Ένα δίνεις, δέκα σου προσφέρει ο Θεός. Κανείς δεν γίνεται φτωχός από ελεημοσύνη. Από ΤΣΙΓΚΟΥΝΙΑ,  φτωχεύει!…
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας , facebook.com <>




Ο άνθρωπος όταν κρατιέται από το Χριστό, τα πάντα μπορεί να κάνει!...
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας , facebook.com <>




Ο Χριστός γεννάται στην καρδιά εκείνου όπου έχουν πεθάνει όλοι οι άλλοι θεοί μέσα του.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας  , facebook.com <>








Το λιοντάρι όταν αισθανθεί κυνηγό, κατεβάζει την ουρά του και σβήνει τα βήματά του, για να μην μπορέσει να τον παρακολουθήσει ο κυνηγός. Κάτι τέτοιο πρέπει να κάνει και ο άνθρωπος, για να γλυτώσει από τα χέρια του σατανά. Η αυτομεμψία και η ταπείνωση σκεπάζουν τον άνθρωπο από τα βέλη του σατανά.
Εάν όμως ο άνθρωπος καυχάται και επιδεικνύεται, υπάρχει κίνδυνος να πέσει και εκείνα που του έδωσε ο Θεός, να του τα πάρει, είτε υλικά αγαθά είναι αυτά, είτε πνευματικά.
Κοντά στο Κιάτο υπήρχε ένας έμπορος σταφίδας, ονόματι Ζούζουλας.
Έφτασε σε τόσα χρήματα που είπε: ''δεν με ενδιαφέρει ο Θεός''.
Και κατάντησε να τρέφεται με αποφλοιωμένες ντομάτες. Αλίμονο στον άνθρωπο που θα περάσει από το κεφάλι του, ό,τι έχει και ό,τι είναι, το πέτυχε μόνος του και δεν έχει ανάγκη του Θεού.
Ταπεινωθείτε, για να μην σας τα πάρει όλα ο Θεός!


Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 - 1982)
<>


Ἀναφέρει ὁ Δημήτριος Παναγόπουλος ὁ Ἱεροκήρυκας: «Εἶχα πάει στό Ἅγ. Ὄρος. Καί ὅταν ἔφευγα, περιμένοντας τό καΐκι στή Δάφνη, εἶδα μέσα στόν κόσμο, πού εἶχε τό καΐκι, τόν π. Θεόκλητο Διονυσιάτη νά δείχνει ἐμένα σ᾽ ἕνα παπᾶ. 
Ὅταν κατέφθασε τό καΐκι, βλέπω τόν παπᾶ, μέσα ἀπ᾽ τό μπουλούκι νά τρέχη πρός τό μέρος μου καί μ᾽ ἁρπάζει καί μέ φιλεῖ.
—Ἐσύ εἶσαι ὁ Παναγόπουλος;, μοῦ λέει. 
Λέω:
—Δυστυχῶς ἐγώ εἶμαι. 
—Ξέρετε πόσο ζητοῦσα στό Θεό νά σᾶς γνωρίσω;
—Καί τί θά χάνατε ἄν δέν μέ γνωρίζατε, τοῦ ἀπάντησα. 
Καί μοῦ λέει ὁ παπᾶς:
—Πηγαίναμε ἐκδρομή μέ τό λεωφορεῖο. Καί κάποια εὐλογημένη ψυχούλα εἶχε μαζί της μιά κασέτα μέ μία ὁμιλία σας καί τήν ἔβαλε καί τήν ἀκούσαμε. Ξέρετε πόσος κόσμος ἐξομολογήθηκε μέ ἀφορμή αὐτή τήν κασέτα πού ἀκούσαμε;
Καταλάβατε; Ἐξαιτίας μιᾶς εὐλογημένης ψυχούλας, διαφωτίστηκε ἡ ἄγνοια πολλῶν καί ἔγινε αἰτία νά ἐπιστρέψουν στό Χριστό.
Ἔτσι πρέπει νά πολιτευόμεθα πρός τόν συνάνθρωπο καί νά μήν λέμε αὐτό πού λένε ἀρκετοί: “Τί μέ νοιάζει ἐμένα, ἄς κάνουν ὅ,τι θέλουν!”.
Δέν εἶναι ὡραῖο αὐτό. 
Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά διαφωτίσουμε διακριτικά καί μέ προσευχή πρῶτα, τήν ἄγνοια καί τήν πλάνη τοῦ ἄλλου»(http://amfoterodexios.blogspot.com/2023/07/blog-post_15.html).

<>



Το ζητούμενο δεν είναι να φτιάξεις παιδί μορφωμένο, αλλά χαριτωμένο. Έλεγε κάποιος σοφός:
Εκείνος που σπείρει τον σπόρο του Χριστιανισμού, στην καρδιά ενός παιδιού, είναι σαν φυτεύει και να καλλιεργεί ένα φυτό στον παράδεισο.
Ενώ εκείνοι που σπείρουν την κακία, την ακολασία και την απιστία στην καρδιά του παιδιού, φυτεύουν και καλλιεργούν ένα φυτό εκ προοιμίου, στην κόλαση.
Την καρδιά του παιδιού, μπορούμε να την παρομοιάσουμε με ένα κήπο και τους γονείς με κηπουρούς του Θεού. Οι γονείς είναι υποχρεωμένοι από την βρεφική ηλικία, να καθαρίσουν τον κήπο, από τα αγριόχορτα και τα ζιζάνια της αμαρτίας.
Αν όμως οι γονείς αργοπορήσουν και το κακό ριζώσει καλά στις καρδιές των παιδιών τους και η παιδική καρδιά ''χορταριάσει'' από ελαττώματα, τότε δεν θα μπορούν να τα βγάλουν πέρα, με τα ζιζάνια αυτά...

~ Δημήτριος Παναγόπουλος
Ιεροκήρυκας †
<>


Δημήτριος Παναγόπουλος: «Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὅπως τό ρεῦμα στό τρόλεϊ. Δέν ἔχει κανένα κόπο τό τρόλεϊ νά μετακινηθῆ, ἀρκεῖ οἱ δύο κεραῖες του, νά εἶναι ἀνεβασμένες στό σύρμα μέ τό ρεῦμα. Ἄν εἶναι κατεβασμένες οἱ κεραῖες τοῦ τρόλεϊ, τότε τό τρόλεϊ δέν μπορεῖ νά μετακινηθῆ, ἀκόμα καί ἀν 100 ἄτομα τό σπρώξουν. Τό μόνο πού θά καταφέρουν μετά κόπων, εἶναι ἡ μετακίνησί του γιά 1-2 μέτρα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καί στόν ἄνθρωπο. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει σχέσι μέ τά ἄνω καί ἔχει κατεβασμένες τίς κεραίες του, οἱ οποῖες δέν ἔχουν ἐπαφή μέ τό ρεῦμα (μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ) εἶναι φυσικό, νά τοῦ εἶναι ὄλα κουραστικά, δυσκίνητα, ἀκατόρθωτα, ἀκατάληπτα, ἀκατανόητα. εἶναι μια σκέτη τρέλλα! Ἄν, ὄμως, ὁ ἄνθρωπος ταπεινωθῆ καί ἀνεβάσει τίς κεραῖες του καί πιαστοῦν ἀπό τό ρεῦμα, τότε τά πράγματα ἄρδην ἀλλάζουν»(https://www.rimata-zois.gr).

<>



Δημήτριος Παναγόπουλος: «Οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν Χάρι Θεοῦ, δέν μπορεῖ ὁ διάβολος νά τίς καταβάλλη. Ρίχνει ὁ διάβολος τά πυρωμένα βέλη του, μέ τούς λογισμούς, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ἀντιστέκεται. Εἶναι σάν νά ρίχνη κανείς πυρακτωμένα βέλη στη θάλασσα. Τά βέλη, μέ τό πού ἀκουμπᾶνε στό νερό, σβήνει ἡ φωτιά τους»(https://www.rimata-zois.gr).

<>


Το θέμα είναι ποιά σχέση ἐχει ο άνθρωπος, όχι με το καλό και τα καλά έργα, αλλά με τον Χριστό. Η Βασιλεία των Ουρανών κληρονομείται (Ματθ. 5,5 Ματθ. 25,34 και Α' Κορ. 6,10). Δεν είναι αξιομισθία η Βασιλεία των Ουρανών, δεν είναι αποτέλεσμα αγαθών έργων η Βασιλεία των Ουρανών. Ούτε κόπων και ιδρώτων του ανθρώπου.
Είναι χάρισμα η Βασιλεία των Ουρανών, είναι δώρο η Βασιλεία των Ουρανών. Δωρίζεται.
Εργάσου όσα χρόνια θέλεις στην Εκκλησία. Κάνε όλα τα καλά έργα από Άβελ του δικαίου, μέχρι του τελευταίου δικαίου της συντελείας του αιώνος, θα πας στη κόλαση, εάν δεν έχεις σχέση με τον ΧΡΙΣΤΟ!
Δεν σώζεται ο άνθρωπος από τα καλά του έργα. Τα καλά έργα είναι αποσκευές, είναι βαλίτσες. Για να πάει όμως στη Βασιλεία των Ουρανών χρειάζεται εισιτήριο. Ταξιδεύει κανείς, επειδή έχει πολλές βαλίτσες, δεν έχει όμως εισιτήριο; Δεν ταξιδεύει.. Το εισιτήριο είναι ο Χριστός, είναι η Θεία Κοινωνία.
Αν έχουμε έναν εργάτη που δουλεύει σε ένα αμπέλι 50 - 60 χρόνια και πεθάνει ο αμπελουργός, ο ιδιοκτήτης του αμπελιού. Το αμπέλι ποιός θα το πάρει; Ο εργάτης που το δούλευε; Όχι! Θα έρθουν οι γιοί του αμπελουργού και θα κληρονομήσουν το αμπέλι. Κατά συνέπεια η Βασιλεία των Ουρανών που κληρονομείται, τι θα μας ζητήσει ο Χριστός αύριο; Ποιός την έχει τη Βασιλεία; Ο Χριστός ή ο Θεός Πατήρ; Ο Θεός Πατέρας την έχει... «δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου» (Ματθ. 25,34).
Τί θα μου ζητήσει λοιπόν αύριο ο Χριστός και ο Θεός Πατήρ; Τους τίτλους συγγένειας. Εφόσον λοιπόν δεν κληρονομούν οι εργάτες, οι φίλοι και οι γνωστοί, αλλά οι αδερφοί και τα τέκνα και οι συγγενείς. Επομένως πρέπει να δείξω, ότι είμαι συγγενείς του Θεού.
Λέει ο Χριστός: «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιωάν. 6,54) και «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιωάν. 6,56).
Οπότε οι μη έχοντες οργανική σχέση με τον Χριστό, δεν έχουν συγγένεια με τον Χριστό. Ο άνθρωπος λοιπόν που έχει αποκοπεί από την Εκκλησία, που έχει αποκόψει τον εαυτόν του από την Θεία Κοινωνία, πως μπορεί να είναι συγγενείς; Ο άνθρωπος με την Θεία Κοινωνία γίνεται αδερφός του Χριστού και κατ' επέκταση παιδί του Θεού.
Πρώτος φυσικός κληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών είναι ο Χριστός. Εμείς είμαστε συγκληρονόμοι, διότι γινόμαστε αδέρφια μικρά του Χριστού. Επομένως, εάν δεν έχω τον Χριστό, δεν μπορώ να κληρονομήσω. Δια του Χριστού θα κληρονομήσουμε την Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό το ρόλο έχει η Εκκλησία. Φτιάχνει κληρονόμους και βασιλοπούλα της Βασιλείας των Ουρανών.


Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυξ
<>








Εἶμαι ἀνάξιος νὰ Κοινωνήσω; λένε μερικοί.
- Μὰ γιὰ τοὺς ἀξίους εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία; Καὶ ποιός εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ μπορεῖ νὰ τολμήσει καὶ νὰ πεῖ, ὅτι «ἐγὼ ἀξίως Μεταλαμβάνω»; Ὁ Θεὸς δὲν ἦρθε γιὰ Ἁγίους στὸν κόσμο. Ἦρθε γιὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς τὸν κόσμο. Καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν δέχεται τὸν Χριστὸ ὡς Σωτῆρα, ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, ὁ Χριστὸς γι᾿ αὐτὸν δὲν ἦρθε. Θὰ τοῦ πεῖ ὁ Χριστός: «Ἐσὺ εἶσαι Ἅγιος, πήγαινε. Ἐγὼ ἦρθα γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς... Ἂν ὅμως παραδέχεσαι, ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλός, ἐὰν παραδέχεσαι ὅτι εἶσαι ἀνάξιος... ἦρθα γιὰ σένα! Γιὰ σένα ποὺ εἶσαι ἄξιος καὶ Ἅγιος, δὲν ἦρθα γιὰ σένα...». Ἀλλὰ καὶ πῶς καὶ πότε θὰ γίνεις ἄξιος; Μὲ τὸ νὰ μένεις μακριὰ ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία, οὐδέποτε θὰ γίνεις ἄξιος, ἐφόσον δὲν παίρνεις τὸ φάρμακο, ποὺ θὰ σὲ κάνει κάποια μέρα ἄξιο. Μοιάζεις μὲ ἐκεῖνον ποὺ θὰ πάει στὴ θάλασσα γιὰ κολύμπι, ὅταν μάθει νὰ κολυμπάει. Μὰ στὴ θάλασσα θὰ μάθει κολύμπι... Μοιάζει μὲ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἄρρωστος καὶ περιμένει μόλις γίνει καλά, νὰ πάει στὸ νοσοκομεῖο. Μὰ στὸ νοσοκομεῖο θὰ γίνει καλά; Ἀστεία πράγματα... Ὁ ἄνθρωπος Κοινωνεῖ, γιὰ νὰ γίνει ἄξιος. Δὲν εἶναι λοιπὸν γιὰ τοὺς ἀξίους ἡ Θεία Κοινωνία. Ἀλίμονο στὸν ἄνθρωπο ποὺ πιστεύει, ὅτι εἶναι ἄξιος ποὺ Κοινωνεῖ. Διότι ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πιστέψει ὅτι εἶναι ἄξιος, εἶναι ἤδη ἀνάξιος. Καὶ ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ προετοιμαστῶ γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία καὶ ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου ἄξιο. Ὅμως ὁποιαδήποτε προετοιμασία καὶ ἐὰν ἔκανα, νὰ προσέρχομαι πάντα μὲ τὴ σκέψη, ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός.


Δημήτριος Παναγόπουλος ὁ Ἱεροκήρυκας
<>





Ο σατανάς είναι σαδιστής. Σου δίνει μια ηδύτητα, μία γλύκα, μία ηδονή από το ξυλοκέρατο της αμαρτίας, έπειτα όμως πάνω στην ηδονή εκείνη, κάνεις εμετό και είσαι έτοιμος να φτύσει αμέσως.
Φάε πολύ… εμετό θα κάνεις…
Πιές πολύ… εμετό θα κάνεις…
Παίξε χαρτί… θα αυτοκτονήσεις, θα ξεπουλήσεις…
Πόρνευσε… θα φτύσεις πάνω στην ηδονή…
Ό,τι θέλεις βάλε, δεν ξεκουράζεται η ψυχή με αυτά. 
Ο μόνος που ξεκουράζει και την ψυχή και το σώμα είναι ο Χριστός. 
Γι’ αυτό λέει ο Χριστός: “Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς” (Ματθ. 11,28).
Ταξιδεύοντας κάποιος καθ’ οδόν με το κάρο, συνάντησε κάποιον, που πήγαινε φορτωμένος με ένα τσουβάλι. 
Τον λυπήθηκε μέσα στη ζέστη και για να τον ξεκουράσει από το βάρος και την οδοιπορία, του λέει:
– Ε!.., ανέβα πάνω, να σε πάω στον προορισμό σου…
Και ανεβαίνει εκείνος πάνω στο κάρο. Εφόσον είχαν ταξιδέψει πολύ ώρα σε μια στιγμή γύρισε πίσω για να δει τι κάνει ο συνταξιδιώτης του. 
Και τί βλέπει; Τον βλέπει να κρατάει το τσουβάλι στον ώμο του. 
Του φάνηκε τόσο περίεργο και αστείο, που σταμάτησε και του λέει:
– Βρε Χριστιανέ μου, εγώ σε πήρα πάνω, να αφήσεις το φορτίο σου και να ξεκουραστείς και εσύ το κουβαλάς;
– Φτάνει που πας εμένα, λέει εκείνος. Να μην πηγαίνεις και το φορτίο μου!.
Πόσοι από εμάς είναι τέτοιοι, που κουβαλούν το φορτίο των θλίψεων πάνω τους και δεν το εναποθέτουν στον Χριστό, επειδή δεν Τον εμπιστεύονται…
Πέραν της πνευματικής ωφέλειας, είναι προς συμφέρον της φυσιολογίας του οργανισμού του, ο άνθρωπος να νηστεύει. 
Ακούς τον ένα να λέει: Έχω ζαλάδες, έχω άλατα, έχω… έχω…. 
Εμ!, αφού έφαγες όλα τα βόδια του κόσμου, τί θέλεις να έχεις; Τί θα έχεις;
Αν όλοι οι άνθρωποι νήστευαν, δεν θα υπήρχαν ιατροί. Να ήθελε ο άνθρωπος να κάνει 2 μέρες νηστεία, Τετάρτη και Παρασκευή που έχει θεσπίσει η Εκκλησία. Τί υγιεινότερο πράγμα; 
Να αφήνεις το στομάχι και το πάγκρεας να μη δουλεύει και να ”ξεκουράζεις” τον οργανισμό σου. 
Στην εποχή της Γερμανικής κατοχής, οι αρρώστιες είχαν σχεδόν εκλείψει, γιατί οι άνθρωποι νήστευαν αναγκαστικά, λόγω της πείνας.
Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος (1916 – 1982)


<>



Στήν Ἀθήνα στά χρόνια τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς, ἦρθε τέτοια πεῖνα, πού δέν ὑπήρχανε οὔτε λαχανίδες. 
Ὑπήρχανε μόνο καροτσάκια μέ ξυλοκέρατα. 
Μᾶς ὑπενθύμισε τότε καθαρά ὁ Θεός, ὅτι αὐτοί εἴσαστε (δηλ. ἄσωτοι) καί μ’ αὐτά πρέπει νά τρέφεστε, ὅπως μ’ αὐτά τρεφόταν καί ὁ ἄσωτος υἱός τῆς παραβολῆς.
Ὅμως τό ἔλεός Του μας ἐλευθέρωσε καί πάλι, ἀλλά ἐμεῖς δέν βάλαμε μυαλό. 
Πρέπει ἐμεῖς νά ἀκοῦμε σειρῆνα πολέμου νά χτυπάει, γιά νά σηκώνουμε τό χέρι μας καί νά προσευχόμαστε.
Σταμάτησαν οἱ σειρῆνες, σταμάτησε καί ἡ προσευχή. 
Τό ἀπεύχομαι νά ξανασυμβεί αὐτό τό πρᾶγμα - δέν ἔχω νά κερδίσω τίποτα - ἀλλά δυστυχῶς ἐκεῖ πού τό πᾶμε ἐμεῖς, πάλι θά ἔχουμε τά ἴδια καί τότε δέν θά μᾶς ἀκούει ὁ Θεός.
Διότι τό λυπηρότερο καί φοβερότερο πρᾶγμα στόν ἄνθρωπο, δέν εἶναι νά πάθει κάποιο καρκίνο, νά πάθει κάποιο ναυάγιο, νά πάθει κάποια οἰκογενειακή καταστροφή κ.λπ. 
Τό φοβερότερο πρᾶγμα εἶναι νά φωνάζεις τόν Θεό γιά βοήθεια καί ὁ Θεός νά μήν σέ ἀπαντάει.
Διαβάστε στίς Παροιμίες τοῦ Σολομῶντα, στό πρῶτο κεφάλαιο, νά δεῖτε τί λέει ὁ Θεός:
«θά ἔρθει καιρός πού θά Μέ φωνάζετε καί δέν θά ἀπαντῶ». 
Τότε εἶναι τό φοβερότερο καί σκληρότερο πρᾶγμα..
Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας +




Ο διάβολος και οι αιρετικοί μισούν περισσότερο την Παναγία παρά τον Χριστό. Διότι η Παναγία εσέρβιρε τον Χριστό μέσα στη σάρκα της και ο διάβολος ξεγελάστηκε. 
Εξέλαβε τον Χριστό, σαν έναν κοινό άνθρωπο, τον Οποίον ανέβασε στον Σταυρό και μη βλέποντας Ανάσταση πίσω από το Σταυρό, συνέτριψε την κεφαλή του!
Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας



Ο Απόστολος Θωμάς δεν ήταν άπιστος, αλλά δύσπιστος. Πώς αποδεικνύεται αυτό; Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του, εμφανίστηκε στον Θωμά και δεν του είπε ο Χριστός:
- Θωμά γιατί είσαι άπιστος; Έλα ψηλάφισε τα χέρια Μου, για να πιστέψεις... αλλά του είπε:
- Θωμά, ψηλάφισε τα χέρια μου, για να μην γίνεις άπιστος.
Πάντως η Γραφή δεν αναφέρει, αν ο Θωμάς τόλμησε να βάλει το χέρι του, στα χέρια του Χριστού. Ο Χριστός δεν μακάρισε τον Θωμά, που είδε με τα μάτια του, τις τρύπες στα χέρια του Κυρίου, αλλά μακάρισε αυτούς που θα πιστέψουν, χωρίς να δουν. Γιατί όταν δεις, δεν είναι πια πίστη, αλλά γνώση και η γνώση δεν αμοίβεται, επειδή εκβιάζει τρόπος τινά να παραδεχθείς την πραγματικότητα.
Όταν ένας άνθρωπος είναι δύσπιστος, αλλά καλοπροαίρετος, ο Θεός συγκαταβαίνει και τον βοηθάει, για να μην πάρει λάθος δρόμο.

❈ Μια γιαγιά βασανιζόταν από φοβερούς πόνους και έταξε στην Παναγία, τα κορδόνια των τσαρουχιών της, αν την απάλλαζε από τους φρικτούς πόνους. Πράγματι η γιαγιά έγινε καλά! Η γιαγιά όμως θεώρησε καλό, να πάει στην Παναγία μια εικόνα και όχι τα κορδόνια της, γιατί σκέφτηκε, ότι θα ήταν δύσκολο γι' αυτήν να περπατάει, δίχως τα κορδόνια.
Έτσι μια μέρα πήρε την εικόνα και την πήγε στο μοναστήρι της Παναγίας. Επιστρέφοντας όμως στο σπίτι, άρχισαν πάλι οι πόνοι να βασανίζουν την γιαγιά. Η γιαγιά τα 'χασε!
''Παναγιά μου, γιατί γίνεται τούτο και πονάω πάλι;''... και κάτι παρόμοια άρχισε να μονολογεί η γιαγιά.
Τότε ακούει μια φωνή να της λέει:
- Τα κορδόνια σου με έταξες και αυτά θα με φέρεις, όχι την εικόνα!
Πράγματι η γιαγιά άφησε τα κορδόνια της στην Παναγία και έτσι απαλλάχτηκε από εκείνους τους φοβερούς πόνους.

❈ Όταν από το ένα μέρος έχεις εικονοστάσι (θυμιατίζεις και προσεύχεσαι) και από την άλλη έχεις την μοδίστρα με την μόδα, γνώριζε ότι έχεις ''ζιζάνια'' που διώχνουν τη Χάρη και δεν πρόκειται να προκόψεις ποτέ σου.
- Μα εγώ έχω τον Χριστό μέσα μου, σου λέει η άλλη, μην κοιτάς που είμαι έτσι ντυμένη!
Ο Χριστός όταν βλέπει αυτά πάνω σου, δεν κάθεται μέσα σου...
Πλανώνται, όσοι νομίζουν ότι μπορούν να συνδυάσουν το Χριστό με τον κόσμο, το Χριστό με την σάρκα, το Χριστό με την μόδα, το Χριστό με το συμφέρον τους. Κόσμος και Θεός, δεν ενώνονται.
Μπορεί ο άνθρωπος να δουλεύει σε 2 αφεντικά;


Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος (1916 - 1982)
<>







Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: Ο άνθρωπος είναι ευκολότερο να σωθεί, παρά να κολαστεί. Πρέπει να είναι κάποιος πολύ κακός και διεστραμμένος, πρέπει να μην θέλει τον Χριστό για να κολαστεί, διότι δεν υπάρχουν πόρτες και κλειδαριές στον άδη καθώς τις χάλασε ο Χριστός με την Σταύρωση και την Ανάστασή Του. Αν κολαστεί κάποιος άνθρωπος, πάει να πει ότι είχε τέτοια κακία, που στάθηκε και έφτιαξε πόρτα, έβαλε κλειδαριά μπήκε μέσα και κλειδώθηκε. Τότε χάλαλι του, εφόσον έχει τέτοια κακία... Ο Θεός τον διευκόλυνε που κατέβηκε στο Άδη για να σωθεί και αυτός μόνος του και θεληματικά θέλει να κολαστεί...
Πάνω σε αυτό να σας πω κάτι παρηγορητικό. Ο Χριστός είπε στον Πέτρο:
- Πάρε τα κλειδιά του Παραδείσου...
Τα κλειδιά αυτά είναι το μυστήριο της μετανοίας και της εξομολογήσεως. Και άφησε ο Χριστός τα κλειδιά του Παραδείσου στον Πέτρο. Τα κλειδιά όμως της αβύσσου και της κολάσεως τα έχει πάρει ο ίδιος. Είναι σαν λέει ο Κύριος:
- Πήρα τα κλειδιά για να μην έχεις να πας στην κόλαση και σου άφησα μόνο τα κλειδιά του Παραδείσου..
Και ο άνθρωπος πανούργος, κακός, σκληρός και αφιλότιμος με όλη τη σημασία της λέξεως, αναζητά να βρει αντικλείδια να πάει στην κόλαση.
Πήγαινε στην κόλαση... χαλάλι σου... Θα ιδρώσεις όμως να πας εκεί, διότι ο σατανάς τους δικούς του, τους βασανίζει είναι σαδίστας και ας λένε ότι κάνουν ζωή και καλοπερνάνε... Καμμία ζωή δεν κάνουν γι' αυτό βλέπουμε σωρεία αυτοκτονιών, μελαγχολιών και γέμισε ο κόσμος από τρελάδικα. Αυτά είναι τα εργατικά στην σκαλωσιά του σατανά.
Αντίθετα οι άνθρωποι του Θεού μπορεί να έχουν τα βάσανά τους, είναι όμως ωφέλιμα βάσανα, με μία ελπίδα τελειώσεως και αμοιβής από τον Κύριο...


Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυξ

<>


Δημήτριος Παναγόπουλος: «Αὐτός πού πραγ­μα­τι­κά ἀγα­πᾶ δέν βα­σα­νί­ζει τόν ἄλ­λον, ἀλλά βα­σα­νί­ζε­ται αὐ­τός γιά τόν ἄλ­λο»(https://www.rimata-zois.gr).

<>



Λέει ο άλλος:

- Έλα με του Θεού το δρόμο και θα δεις πως θα σου πάνε όλα καλά...
- Ποιός σου είπε, ότι θα σου πάνε όλα καλά; Ο Χριστός που δεν Του πήγαιναν καλά, δεν πήγαινε με του Θεού το δρόμο; Ο Τίμιος Πρόδρομος που δεν του πήγαιναν καλά και του πήραν το κεφάλι, δεν πήγαινε με του Θεού το δρόμο; Ο Ιερός Χρυσόστομος που τον εξορίσανε στην Κουκουσό της Αρμενίας και πέθανε σαν κακούργος εκεί πέρα, δεν πήγαινε με του Θεού το δρόμο; Και όλοι οι Μάρτυρες που είχαν οικτρό και άδικο θάνατο, δεν πήγαιναν με του Θεού το δρόμο; Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλασφημία!
Προσέξτε λοιπόν μην πέσετε στην παγίδα και υποσχεθείτε σε κάποιον που θέλετε να φέρετε στο δρόμο του Θεού, ότι ερχόμενος στον Χριστιανισμό θα του έρθουν τα πράγματα στη ζωή του ευνοϊκά και θα του πάνε όλα καλά. Μπορεί να του πάνε και ανάποδα. Και τί θα γίνει τότε; Θα το βάλει στα πόδια και δεν πρόκειται να τον μαζέψεις ποτέ κοντά του. Γι’ αυτό μην σπεύδουμε να λέμε τέτοια πράγματα. Ο Θεός δεν υπόσχεται, ότι η ζωή του Χριστιανού στον κόσμο τούτο θα είναι παραδεισένια. Παράδεισο υπόσχεται στην άλλη ζωή...
Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέει το εξής: Τρία πράγματα θα πεις στον άνθρωπο, που δεν γνωρίζει τον Θεό:
α) θα του πεις γιατί ο Χριστός ήρθε στον κόσμο, για να γίνει άνθρωπος
β) θα του πεις να προσεύχεται σωστά και να ζητάει την σωτηρία του από το Θεό και
γ) θα του πεις τί πρόκειται να πάθει και να υποφέρει, από τότε που θα γίνει Χριστιανός.


Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 - 1982)
<>








Ήταν κάποτε δύο αδέρφια σε ένα χωριό, που είχαν κάποιες διαφορές για ένα χωράφι, για το πώς θα το μοίραζαν. Είχαν φτάσει στο σημείο, ο ένας να πυροβολήσει τον άλλο.
Οι συγχωριανοί τους, βλέποντας ότι αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί, αποφάσισαν να μεσολαβήσουν και ανέθεσαν να λύσει την διαφορά τους ένας σεβάσμιος γέροντας του χωριού, ο μπαρμπα-Νίκος, που όλοι τον σεβόντουσαν.
Συμφώνησε ο μπαρμπα-Νίκος, συμφώνησαν και τα αδέρφια να ακούσουν την συμβουλή του και να κάνουν ό,τι τους πει.

Συνοδεύομενος ο γέροντας από τα δύο αδέρφια, πήγαν στο χωράφι. Όταν τα αδέρφια τού υπέδειξαν το χωράφι, αυτός κινήθηκε προς τα εκεί και γονατίζοντας άρχισε να ψιθυρίζει κάτι. Τα αδέρφια ξαφνιάστηκαν και όταν τελείωσε ο γέροντας, τον ρώτησαν:
- Μπάρμπα-Νίκο, τι έκανες τόση ώρα εκεί γονατιστός;
- Ρώτησα τη γη, σε ποιόν από τους δυό σας, ανήκει αυτό το κομμάτι.
- Και σου απάντησε; ξαναρώτησαν τα αδέρφια.
- Ναι, και μου είπε να σας πω ότι δεν ανήκω εγώ σε αυτούς, αλλά αυτοί σε μένα.
Κόκκαλο τα δύο αδέρφια!

Έτσι είναι! Ο άνθρωπος ανήκει στη γη γιατί είναι χωματένιος και δεν ανήκει η γη στον άνθρωπο, αλλά στον Θεό.
Δεν είναι δικά μου, δεν είναι δικά σου, είναι δικά Του. Είναι του Θεού... Τίποτα δεν μας ανήκει πάνω στη γη. Απλώς είμαστε διαχειριστές των αγαθών, που μας παραχώρησε ο Θεός.


Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας †
<>








“Δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι. Αδιαφώτιστοι άνθρωποι υπάρχουνε.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Ανθρώπου (https://www.rimata-zois.gr/peri/anthropoy)

<>




“Υπάρχουν άνθρωποι που είναι κατά πάντα καλοί άνθρωποι, αλλά καθόλου Χριστιανοί. Ούτε μυρμήγκι πειράζουνε, αλλά με τη ζωή τος, ποδοπατούνε το Χριστό. Αυτοί οι άνθρωποι πάνε κατευθείαν στην κόλαση και μάλιστα σε ειδική κόλαση. Να ξέρετε, ότι η κόλαση είναι γεμάτη από καλούς ανθρώπους. Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε στη γη, για να κάνει καλούς ανθρώπους, αλλά ήρθε για να κάνει πολίτες της Βασιλείας των Ουρανών, να τους πολιτογράψει, να τους αλλάξει το αίμα (με τη Θεία Κοινωνία) και από κοινούς ανθρώπους, να τους κάνει καινούς και από θνητούς, να τους κάνει βασιλόπουλα. Άρα το ζήτημα δεν είναι να είμαι καλός ή κακός άνθρωπος, αλλά αν είμαι με το Χριστό με τη Ζωή ή όχι.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Ανθρώπου (https://www.rimata-zois.gr/peri/anthropoy)

<>




“Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν, ότι είμαστε όλοι παιδιά του Θεού. Αυτό είναι λάθος! Γιατί μετά την πτώση του Αδάμ, οι άνθρωποι είναι δημιουργήματα, πλάσματα του Θεού και γίνονται παιδιά του Θεού, όταν αποκτήσουν συγγένεια με τον Χριστό, μέσω της Θείας Κοινωνίας. Εξάλλου αν είμασταν όλοι παιδιά του Θεού, τότε γιατί ήρθε ο Χριστός στον κόσμο να Σταυρωθεί;”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Ανθρώπου (https://www.rimata-zois.gr/peri/anthropoy)



<>




“Οι πνευματικοί άνθρωποι, ξεκουράζονται με την κούραση, ενώ οι κοσμικοί, κουράζονται με την ξεκούραση.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Ανθρώπου (https://www.rimata-zois.gr/peri/anthropoy)

<>







Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ό,τι κάνουν και λένε, ότι στα τελευταία τους θα φέρουνε παπά για να εξομολογηθούν. Είναι λογικό αυτό;
Προ ημερών, ένας ανεξομολόγητος για 93 χρόνια πέθανε και ζητούσε επίμονα παπά την τελευταία στιγμή για να εξομολογηθεί, αλλά δεν βρέθηκε… και έφυγε ανεξομολόγητος.
Πού να βρεθεί παπάς τελευταία στιγμή, εφόσον δεν βρέθηκε στα 93 χρόνια;
Εφόσον για 93 χρόνια, η Χάρη του Θεού που τον περίμενε, αυτός την έκλεινε έξω και την εμπορευόταν και την καπηλευόταν, θα του είχε η Χάρη και παπά; 
Εκείνος για 93 χρόνια αδιαφορούσε και ασυστόλως αμάρτανε, πώς περίμενε τώρα, να του φέρουν «πούπουλο», για να τον σκουπίσουν;
Έχουν όρια όλα τα πράγματα.
Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας +
 


<>







Ο Ιώβ στο βιβλίο του λέει, ότι ο άνθρωπος έστω και μία μέρα αν ζήσει στη γη, είναι αμαρτωλός, διότι πίνει την ανομία ως το ύδωρ. Και εάν υπήρχε η δυνατότητα να ηχογραφούσαμε και να βιντεοσκοπούσαμε αυτά που κάναμε και είπαμε καθόλη τη διάρκεια μίας ημέρας και τα βλέπαμε και τα ακούγαμε το βράδυ, θα ντρεπόμασταν για τον εαυτόν και θα λέγαμε:
- Εγώ το είπα αυτό; Εγώ το έκανα αυτό;
Ναι εγώ και εσύ, έτσι απασχοληθήκαμε την ημέρα. Εντούτοις μας ξεφεύγουν και έχουμε τη γνώμη, ότι μπορεί να σταθεί η καθαρότητα του ανθρώπου σε 2 περιστατικά στο: «δεν σκότωσα και δεν έκλαψα. Εγώ προσέχω και τα μυρμήγκια, δεν πείραξα κανέναν και έχω τη συνείδησή μου αναπαυμένη». Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα πλάνη από αυτήν.
Μερικοί μάλιστα παρουσιάζουν τον εαυτόν τους ως μοντέλο σε όλο τον κόσμο και λένε:
- Μακάρι να ήταν και οι άλλοι σαν και μένα! Μακάρι να ήταν σαν τον άντρα μου! Μακάρι να ήταν σαν το παιδί μου! Μακάρι να ήταν σαν την κόρη μου.
Και όλα αυτά είναι ψέματα και απότοκα εγωισμού...

❈ Εμείς άμα πάμε στο εξωτερικό και κάνουμε μερικά χρήματα λέμε:
- Ξέρεις τι έκανα εγώ; Έφτιαξα, έρανα, έχτισα... Δούλεψα και έκανα προκοπή!
Και άλλοι δούλεψαν αλλά δεν έκαναν, διότι αρρώστησαν, ή διότι έπαθαν κάτι άλλο και έχασαν τα χρήματά τους. Είναι τυχαίο γεγονός, που εσύ κατόρθωσες να επιπλεύσεις;
Δυστυχώς δεν λέμε: ''με τη βοήθεια του Θεού τα έκανα. Βρήκα υγεία, βρήκα δουλειά, βρήκα ανθρώπους. Ο Θεός μου άνοιξε δρόμο και περιβάλλον και έκανα αυτά που έκανα. Ας έχει δόξα το όνομά Του!''.
Και αν πήγαμε στην Αλβανία το '40 και γυρίσαμε από το πολεμικό μέτωπο υγιείς και σώοι, όλα στις παλληκαριές τις δικές τα αποδίδουμε, εφόσον θα έπρεπε να είχαμε πεθάνει 100 φορές και δεν λέμε: ''δόξα σοι ο Θεός! Ο Κύριος μας γλύτωσε... η Παναγία μας γλύτωσε... ο Άγιος μας γλύτωσε!''.
Ο άνθρωπος δεν έχει τίποτα δικό του. Ο Θεός είναι που δίνει τα πάντα! Ό,τι έχει κανείς, του Θεού είναι... Ό,τι καλό κάνει ο άνθρωπος, ο Θεός τον φωτίζει, τον ενδυναμώνει και τον προστατεύει. Ο Θεός το πραγματοποιεί, μέσω του ανθρώπου. Δικό μας δεν είναι τίποτε!
Γι' αυτό ρίξτα στον Θεό και μη τα ρίχνεις στον εαυτόν σου. Δεν είναι κατορθώματα δικά σου...


❈ Αυτό που συγκινεί τον Θεό είναι η μετάνοια και όχι η καλοσύνη.
Καλοσύνη κάνουν πολλοί άνθρωποι. Βγάζουν το ψωμί από τα δόντια τους και το δίνουν στον φτωχό, αλλά τον Χριστό τον βλασφημάνε...
Το μυρμήγκι δεν το πατούνε, αλλά τον Χριστό τον ποδοπατούνε...
Την Εκκλησία Του δεν την θέλουνε...
Το Ευάγγελιό Του δεν το θέλουνε...
Ο κλήρος τους εκνευρίζει...




Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος (1916 - 1982)
<>









Πάμε να καθίσουμε στο τραπέζι και δεν σηκωνόμαστε να κάνουμε το σταυρό μας. Και αν κάνουμε το σταυρό μας, κάνουμε το ένα μπατζάκι έτσι, η κυρά με τα στήθια της έξω, ο άλλος με το πουκάμισο ανοιχτό... κ.λπ. Πού;
Καλείς τον Θεό; Πώς πρέπει να είσαι μπροστά στον Θεό; Του λες να έρθει να ευλογήσει την βρώση και την πόση...
Και σε τόσα πράγματα που μας έχει δώσει ο Θεός να φάμε, ποιός ευχαρίστησε τον Θεό και να πει:
- Θεέ μου, για μένα είναι όλα αυτά; Για μένα όλα αυτά Θεέ μου, έχεις Εσύ τόσα πράγματα; Για μένα; Δεν είμαι άξιος να τα λάβω; Τί έκανα εγώ καλό; Τί σκέφτηκα εγώ καλό; Τί έπραξα εγώ καλό στη ζωή μου; Πότε εφήρμοσα το νόμο σου, τις εντολές σου; Πότε Σε ευχαρίστησα που με έχεις τόσα αγαθά;
Νάσου η μπριζόλα σου, νάσου το ψάρι σου, νάσου η σαλάτα σου, νάσου το γλυκό σου, νάσου τα φρούτα σου, νάσου τα ποτά σου, νάσου τα μεταλλικά σου νερά, τα,τα, τα...
Και τι δεν έχεις...
Πρέπει να μας πέφτουν τα πιρούνια από το χέρι, αν έχουμε φιλότιμο δηλαδή. Αλλά εμείς νομίζουμε:
- Είναι δικά μας! Το ψυγείο είναι δικό μας!...
- Πώς θα γεμίσει το ψυγείο, αν Αυτός από επάνω δεν ευλογήσει; Και τί θα βάλεις στη χύτρα, στη σκάρα ή στο σουβλί; Τί θα βάλεις; Πού;
Δυστυχώς δεν υπάρχει αυτός ο φόβος, αυτός ο σεβασμός, να γεμίσουν τα μάτια μας από ευγνωμοσύνη.
Να γεμίσουν τα μάτια μας, να μην βλέπουμε το πιάτο μας από τα δάκρυά μας.
Αλλά για να τα έχουμε τα δάκρυα αυτά, πρέπει να τα ζητήσουμε:
- Θεέ μου, άνοιξέ μου τα μάτια να δω την χρηστότητά Σου και την αγάπη Σου ακόμη για μένα...
Γιατί αν ο Χριστός τραβήξει τον μπερτέ από μπροστά και δει (την προσωπική μας ζωή), θα ντραπούμε, θα πάμε να πέσουμε στο γυαλό μέσα, θα φύγουμε από προσώπου Θεού.
Πού ευγνωμοσύνη σε εμάς, για τις δωρεές αυτές του Θεού! Που ευγνωμοσύνη και δάκρυα στις απλοχεριές του Θεού!
Δεν υπάρχουν δάκρυα.....


Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 - 1982)
<>







Η αμαρτία είναι εκείνη, που κάνει σκληρή την καρδιά του ανθρώπου. Οι τυφλοί διαβάζουν με τα πέλματα των δακτύλων του χεριού τους, γνωστή και ως μέθοδο Μπράιγ. Και αυτό που φοβούνται είναι, να μην σκληρυνθούν τα πέλματά τους, γιατί τότε δεν θα μπορούν να αναγνωρίζουν τα γράμματα δια της αφής και δεν θα μπορούν να διαβάζουν.
Κατά τον ίδιο τρόπο, αν σκληρυνθεί η καρδιά του ανθρώπου, λόγω της αμαρτίας, τότε ο άνθρωπος αδιαφορεί και απορρίπτει τον Χριστό και δεν Τον αναγνωρίζει ως δημιουργό και σωτήρα Του.


Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας †
<>





Το σχολείο θα σας μάθει γράμματα, ενώ η Εκκλησία θα σας κάνει ανθρώπους. Δεν είναι αρκετό να γίνει κάποιος επιστήμονας, αλλά πρέπει να γίνει και άνθρωπος επιστήμονας.
Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας.
<>






Κάποτε ο Μέγας Κωνσταντίνος προσβλήθηκε από λέπρα. Όλοι οι ιατροί μάταια προσπαθούσαν να τον θεραπεύσουν. Μια μέρα εμφανίστηκαν κάποιοι πονηροί Εβραίοι, που του είπαν, ότι για να γίνει καλά, το μόνο που χρειάζεται είναι να σφάξει παιδιά Χριστιανών και να λουστεί σε λουτρό με το αίμα τους!
Του φάνηκε παράτολμο αυτό το πράγμα, αλλά τελικά ζήτησε να του φέρουν Χριστιανικά παιδιά, για να θέσει σε εφαρμογή την πρόταση των Εβραίων.Τα κλάματα όμως των γονέων και ειδικά των μανάδων, τον λύγισαν την καρδιά και ζήτησε αμέσως να επιστραφούν τα παιδιά στις μανάδες τους και ας έμενε αυτός λεπρός για πάντα. Μάλιστα διέταξε, να δώσουν υψηλή αποζημίωση σε όλες τις μανάδες, για την ψυχική οδύνη που τις προξένησε, ζητώντας να τον συγχωρέσουν. Ο Θεός βλέποντας αυτήν του την συμπεριφορά, θέλησε να τον αμείψει.
Παρουσιάζεται λοιπόν σε όραμα ο Απόστολος Πέτρος και ο Απόστολος Παύλος και του λένε:
- Ο Κύριο για την θεάρεστη συμπεριφορά σου, θέλησε να σε αμοίψει. Πάνε λοιπόν στον Επίσκοπο Σίλβεστρο να σε Βαπτίσει. Μετά το Βάπτισμα, η λέπρα σου θα φύγει!
Πράγματι ο Μέγας Κωνσταντίνος βαπτίστηκε και αμέσως θεραπεύτηκε από την λέπρα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έζησε 65 χρόνια και βασίλεψε 31 χρόνια.


Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας
<>






Τρεις φορές στη ζωή μου, βρέθηκα σε πολύ δύσκολη στιγμή και κανείς δεν μπορούσε να με βοηθήσει. Τότε πήρα τηλέφωνο στη Λέσβο, στο μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ και μίλησα με την Αγία ηγουμένη, την Ευγενία Κλειδαρά.
Και τις 3 φορές με πήρε τηλέφωνο η ηγουμένη και με έδωσε τη λύση στο πρόβλημα μου. Όταν την ρώτησα από που ήξερε, αυτά που με έλεγε, με είπε, ότι είχε πληροφορία από τον Άγιο Ραφαήλ. Μεγάλη ευγνωμοσύνη χρωστάω στον Άγιο Ραφαήλ!

❈ Ο Χριστός είναι Ορθόδοξος, δεν είναι ούτε προτεστάντης, ούτε παπικός, ούτε Αρμένιος, τίποτα από όλα αυτά. Απόδειξη είναι, ότι εδώ και 1600 χρόνια γίνεται η απόδοση του Αγίου Φωτός στο ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα, μόνο στον Ορθόδοξο Πατριάρχη!
Σε αυτά τα 1600 χρόνια, πολλές φορές προσπάθησαν οι ετερόδοξοι να πάρουν το Άγιο Φως με την βία, αλλά ο Θεός δεν τους το έδωσε ουδέποτε! Ας έρθουν οι κύριοι με τις Εκκλησίες τους π.χ. οι παπικοί και να μας πουν πότε πήραν το Φως της Αναστάσεως από τον Χριστό. Ποτέ!
Ας έρθουν οι Αρμένιοι, ας έρθουν οι Προτεστάντες, ας έρθουν... όλοι. Σε κάνεναν και ποτέ δεν τους δόθηκε το Άγιο Φως! Μα ποτέ!
Εφόσον ο Χριστός δεν τους το δίνει, γιατί εμμένουν στην πλάνη και στην αίρεσή τους;
Και έχεις τον άλλον να σου λέει, ότι και οι παπικοί είναι Χριστιανοί. Μα πως είναι Χριστιανοί, αφού ο Θεός τους απορρίπτει, μη δίνοντάς τους, το Άγιο Φως; Δεν ξέρουν τι λένε οι άνθρωποι...

❈ Ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπου και αν βρίσκεσαι, ό,τι και αν σκέφτεσαι, ό,τι και αν λες. Ακόμα και στα πιο σκοτεινά μέρη αν βρίσκεσαι, το βλέμμα του Θεού σε παρακολουθεί. Μόνο ο Θεός είναι πανταχού παρών, ούτε οι Άγιοι, ούτε η Παναγία, ούτε και ο διάβολος είναι πανταχού παρών.
Στις πρώτες Εκκλησίες, στο τέμπλο πάνω από την ωραία πύλη, ζωγράφιζαν ένα αυτί, ένα μάτι και έναν κονδυλοφόρο, για να τα βλέπει πάντοτε ο άνθρωπος και να μην κοροϊδεύει τον εαυτόν του. Του υπενθύμιζαν, ότι ο Θεός τα πάντα βλέπει, τα πάντα ακούει, τα πάντα γράφει...


Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος (1916 - 1982)

<>













Προσέξτε την πλάνη που κυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια, που παρουσιάζει την Παναγία, ότι σώζει τον άνθρωπο. Η Παναγία μας δεν σώζει, αλλά πρεσβεύει για τη σωτηρία μας. Δυστυχώς υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν, ότι η Παναγία σώζει.
Ώστε ήρθε η εποχή της μεγαλυτέρας πλάνης και να μεταφερθεί ο άνθρωπος από την Χριστοσωτηρία, στην Παναγιοσωτηρία. Είναι του τελευταίου αιώνος αυτή η πλάνη... Γλυκιά πλάνη... Όμορφη πλάνη... Πολλούς ανθρώπους έχει πλανέψει…
Είναι ένα τέχνασμα μελετημένο από τον Διάβολο. Ο Διάβολος επειδή εμείς σεβόμεθα την Παναγία και διότι δεν μπορούμε να αισθανθούμε Εκκλησία χωρίς την Παναγία, κοιτάζει να μας κάνει Παναγιολάτρες και να μην είμαστε Χριστολάτρες. Προσέξτε το αυτό πράγμα! Δεν σώζει η Παναγία!
Διότι και η Παναγία μας, από τον Κύριο εσώθη. Είπε η Παναγία «ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου» (Λουκ.1,47). Είπε τον Θεό, Σωτήρα της. Πώς λοιπόν σώζει η Παναγία;
Και στον Ακάθιστο Ύμνο, πως την λέει την Παναγία μας ο Υμνωδός; «Χαίρε ακτίς νοητού Ηλίου». Βάλε μία ακτίνα τώρα, μπροστά στον Ήλιο. Αυτός είναι ο Χριστός (Ήλιος) και αυτή είναι η Παναγία μας (ακτίνα).
Θέλετε και άλλο; Τραβάτε να δείτε που κάνει προσκομιδή ο Πάτερ. Βγάζει μερίδα για μένα, βγάζει για σένα, βγάζει για τον άλλον, βγάζει για τους κεκοιμημένους... Βγάζει μερίδα και για την Παναγίας μας και έπειτα αυτή η μερίδα – μαζί με τις άλλες - πέφτει στο Αίμα του Χριστού στο Άγιο Ποτήριο. Εάν η Παναγία σώζει, τί θέλει μέσα στο Αίμα του Χριστού;

Πώς λοιπόν σώζει; Πρεσβεύει η Παναγία μας, δεν σώζει. Εμείς οι Ορθόδοξοι λέμε: «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου σώτερ σώσον ημάς»... έτσι δεν λέμε;
Τι άλλο λέμε; «Σώσον ημάς Υιέ Θεού». Δεν λέμε: «σώσον ημάς Παναγία».
Εάν εμείς λέμε στην Παράκληση: «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», εννοούμε να μας σώσει η Παναγία από σεισμούς, από αρρώστιες, από τον εχθρό κ.λπ. και όχι να μας σώσει την ψυχή.
Την ψυχή θα την σώσει ο Χριστός και το Αίμα του Χριστού. Η Παναγία μας πρεσβεύει και ο Χριστός σώζει. Αυτή είναι η διδασκαλία η σωστή.
Μεγάλο πρόσωπο η Παναγία μας, μεγάλη δύναμη, μεγάλο σκαλοπάτι, αλλά δεν προσφέρει σωτηρία... ο Χριστός σώζει!
Προσέξτε τα! Είναι τεχνάσματα των ημερών μας αυτά και πολλές ψυχές από αγάπη στην Παναγία μας, χάνουν στα μονοπάτια αυτά της πλάνης, την ύπαρξή τους...


Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυξ

https://hristospanagia3.blogspot.com/2021/07/blog-post_454.html
<>





Όταν ο άνθρωπος παραμένει στην αμαρτία και αναβάλλει την τακτοποίησή του με την εξομολόγηση, δεν κάνει τίποτα άλλο, από το να σκληρύνει την ψυχή του, ώστε και να θέλει αύριο να τακτοποιηθεί, να μην μπορεί να θέλει, διότι δεν θα τον αφήνει ο σατανάς.
Οι άνθρωποι όσο περισσότερο αναβάλλουν την εξομολόγησή τους, τόσο περισσότερο δυσκολεύονται να το πράξουν αργότερα.

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ίεροκήρυκας +

https://hristospanagia3.blogspot.com/2021/06/blog-post_9627.html
<>







Συνάντησα κάποτε σε ένα ταξίδι (καθόταν δίπλα μου) μία κυρία, η οποία κάθε φορά που περνούσαμε από Εκκλησία, έκανε τον σταυρό της, αλλά δεν τον έκανε καλά.
Με έναν πλάγιο τρόπο, της μίλησα για το πόσο σημαντικό είναι να κάνουμε σωστά τον σταυρό μας και ότι ο τύπος αυτού του σταυρού που έκανε, δεν τον φοβάται ο Διάβολος. 
Εκείνη, σαν να της πάτησα τον εγωισμό, μου είπε:
- Ξέρετε, εγώ θρησκεύω! Ξέρετε, ότι έχτισα εκκλησία εγώ;
- Και γιατί την χτίσατε; την ρώτησα.
- Για να εκκλησιάζεται ο κόσμος, ήταν απάντησή της. (Να μην εκκλησιάζεται και αυτή, αλλά ο κόσμος!)
Τότε της είπα:
- Μπορείτε να μου πείτε τί απέγιναν οι μαστόροι, που έφτιαξαν την κιβωτό του Νώε;
Δεν ήξερε να μου απαντήσει.
Και όταν της είπα ότι πνίγηκαν, δηλ. κολάστηκαν, έστω και αν φτιάξανε την κιβωτό, εκείνη θύμωσε (!) και μου είπε:
- Εγώ έφτιαξα τον ναό του Αγίου Νικολάου και γι΄αυτό θα σωθώ, άσχετα αν δεν εκκλησιάζομαι!
Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι, που πιστεύουν ότι επειδή βοήθησαν να χτιστεί μία Εκκλησία ή κάνανε μια δωρεά στην Εκκλησία, θα σωθούν.
Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας †





Λέγεται ότι όταν η Παναγία εκοιμήθη και ήρθε ο Χριστός να πάρει την ψυχή της, ζήτησε η ίδια από τον Κύριο, πριν αναληφθεί στον Ουρανό, να πάει να δει την κόλαση. 
Έτσι άγγελοι την πήραν, την διακόνησαν και την ξενάγησαν στην κόλαση.
Η Παναγία εκεί βρήκε πολλές κολάσεις και της εξηγούσαν οι άγγελοι σε κάθε μία απ' αυτές τι είδους αμαρτίες έκαναν οι ψυχές που βρίσκονταν εκεί.
Και για όλον τον κόσμο τον αμαρτωλό, που έκαναν πάσης φύσεως αμαρτήματα, βρήκε η Παναγία κάποια ελαφρυντικά να πει και να παρακαλέσει τον Κύριό μας να κρίνει επιεικώς.
Έφτασε όμως και σε μια κόλαση, που βρήκε μια μεγάλη τάξη ανθρώπων, που είχαν τις γλώσσες τους κρεμασμένες και βγαλμένες έξω!
Ρώτησε η Παναγία τους αγγέλους.
- Εδώ ποιοί είναι;
- Εδώ είναι οι βλάσφημοι, απάντησαν εκείνοι.
Η Παναγία τότε έβαλε το κεφάλι κάτω και προχώρησε, χωρίς να πει κουβέντα! 
Δεν βρήκε κάποιο λόγο ελαφρυντικό σ΄αυτούς τους ανθρώπους για να παρακαλέσει τον Χριστό μας. 
Για όλους κάτι είπε, αλλά για τους βλάσφημους, δεν είπε τίποτα.
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας

<>


Δεν υπάρχουν σήμερα δάκρυα μετανοίας. 
Και να μας χτυπάνε, δεν κλαίμε εμείς, με τέτοια κακία που έχουμε..
Αν χάσουμε το φίλο μας ή τη φιλενάδα μας, μπορεί να κλάψουμε. 
Αν χάσουμε το δικαστήριο ή δεν πετύχαμε την έξωση μπορεί να κλάψουμε. 
Αμαρτίες δικές μας δύσκολα κλαίμε. 
Γιατί πρέπει η Χάρις να μας επισκιάσει για να κλάψουμε. Τα δάκρυα τα δικά μας, δεν είναι δάκρυα μετανοίας που φτάνουν στον Ουρανό και να αντικαταπέμπουν τη Θεία Χάρη. 
Γι’ αυτό και οι Πατέρες λένε, ότι όσοι έχουν δάκρυα στην προσευχή τους, 
να προσέχουνε μη τους γελάσει ο σατανάς και πιστέψουν, 
ότι αυτοί έχουνε δάκρυα και άλλοι δεν έχουνε και πέσουνε 
εκ των δεξιών και χάσουνε τα δάκρυα. 
Είναι μεγάλο πράγμα να έχει ο άνθρωπος δάκρυα, αλλά να προέρχονται από ταπεινό φρόνημα και από αναγνώριση της αμαρτωλότητάς του και ότι είναι έλεος όλο αυτό που του κάνει ο Θεός..
Κάποτε κάποιος μεγάλος εγκληματίας, αποφάσισε να εξομολογηθεί. Και τι δεν του είπε του εξομολόγου! Φοβερά αμαρτήματα! 
Στην διάρκεια της εξομολόγησης, ο πνευματικός προσεύχονταν μέσα του: 
– Θεέ μου, έλεγε φώτισέ με! Πώς να του συμπεριφερθώ και τι κανόνα να τον βάλω;.
Όταν ο εγκληματίας τελείωσε την εξομολόγηση, του δίνει ο πνευματικός ένα μικρό βαρελάκι και του λέει: 
– Πήγαινε να γεμίσεις αυτό το βαρελάκι με νερό και όταν το γεμίσεις και μου το φέρεις, τότε οι αμαρτίες σου θα έχουν τακτοποιηθεί! 
– Με τόσο λίγο κόπο, θα τα τακτοποιήσω όλα αυτά τα αμαρτήματα;
Πανεύκολο του φάνηκε αυτό το επιτίμιο του εγκληματία και έτσι το πήρε αμέσως και πήγε σε ένα κοντινό ποταμάκι να το γεμίσει. 
Όμως παρότι το γέμιζε με νερό, το βαρελάκι παραδόξως δεν γέμιζε!
Το εξέτασε να δει αν είναι τρύπιο, αλλά το βαρελάκι ήταν γερό! Ήταν ένα συνηθισμένο βαρελάκι, σαν όλα τα άλλα. 
Προσπάθησε στην συνέχεια να το γεμίσει, από βρύσες και άλλες πηγές, αλλά τίποτα! 
Καθημερινώς φρόντιζε, όπου υπήρχε νερό να το γεμίσει, για να πάρει την άφεση των αμαρτιών, αλλά μάταια. 
Έτσι παιδευόταν για πολλά χρόνια..
Μια μέρα ήρθε πραγματικά στον εαυτόν του. Προβληματιζόταν για ποιό λόγο, να μην μπορεί να γεμίσει το βαρελάκι. 
Και λέει σε μια στιγμή:
– Θεέ μου, τόσο αμαρτωλός είμαι, ώστε οι αμαρτίες μου δεν αφήνουν να γεμίσει αυτό το βαρελάκι;
Λέγοντας τα λόγια αυτά με πόνο, 
του έφυγε ένα δάκρυ από τα μάτια. 
Το δάκρυ αυτό, έπεσε μέσα στο βαρέλι. 
Και τότε το βαρέλι, θαυματουργικώς γέμισε!
Αρπάζει το βαρελάκι και το πάει κατευθείαν στον γέροντα, για να του δώσει την άφεση. 
Η μετάνοια που δεν έχει δάκρυα, συντριβή και λύπη, δεν είναι αξιοποιημένη όσο πρέπει. 
Ο Θεός περίμενε από τον εγκληματία, το δάκρυ της μετανοίας του. 
Όταν ο άνθρωπος δώσει στην μετάνοιά του ένα δάκρυ, είναι σαν να ξαναβαπτίζεται. 
Καθαρίζεται και βγαίνει με καινούριο ένδυμα να ξαναντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη του Θεού.
Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 – 1982)

<>








<>



“Όποιος εύκολα σύρεται και παρασέρνεται στην αμαρτία, να ξέρει ότι δεν έχει ακόμα οργανική σχέση με το Χριστό.”
- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)

<>





“Δεν σε φυλάττει ο Θεός, όταν εσύ θεληματικά πηγαίνεις προς την αμαρτία, διότι μοιάζουμε με τον άνθρωπο εκείνον, που θεληματικά πάει να πιάσει το φίδι και δαγκώνεται απ' αυτό. Τί να κάνει ο Θεός γι' αυτόν; Ο Θεός ελεεί εκείνους, που πέφτουν στην αμαρτία από αδυναμία και όχι εκείνους που θεληματικά αμαρτάνουν.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)

<>




“Αυτοί που αμαρτάνουν, έχουν σβήσει από το μυαλό τους, ότι ο Θεός τους βλέπει. Ενώ όσο πιο πολύ προσέχει ο άνθρωπος την αμαρτία, τόσο πιο πολύ συγκινείται με το Θείο και αντιλαμβάνεται καλύτερα τις απαντήσεις που του δίδει ο Θεός.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)

<>





“Οι αμαρτίες είναι τα χρέη του ανθρώπου απέναντι στο Θεό. Να ξέρεις, ότι δεν προχώρησες αρκετά στα πνευματικά και στην Χριστιανική ζωή, αν δεν μίσησες την αμαρτία και απλά την αποφεύγεις, για να μην πας στην κόλαση.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)
<>





“Η κατρακύλα του ανθρώπου στην αμαρτία, εάν δεν προληφθεί, μοιάζει με την χιονοστοιβάδα που ισοπεδώνει τα πάντα και οδηγεί τον άνθρωπο στην καταστροφή.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)

<>





“Η βάρκα βουλιάζει όχι μόνο με ογκόλιθους, αλλά και με άμμο. Έτσι και η ψυχή κολάζεται όχι μόνο από τις μεγάλες αμαρτίες αλλά και από τις μικρές. Τα μικρά αμαρτήματα κολάζουν, ενώ τα μεγάλα ταρταρώνουν. Οι μικρές αμαρτίες γίνονται αίτιες, για να διαπραχθούν οι μεγάλες. Ο φόνος για παράδειγμα είναι μια μεγάλη αμαρτία και ο θυμός, που είναι μια μικρότερη αμαρτία, είναι η αιτία που οδηγεί τον άνθρωπο στο φόνο!”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)
<<>





“Αν σκληρυνθεί η καρδιά του ανθρώπου, λόγω της αμαρτίας, τότε ο άνθρωπος αδιαφορεί και απορρίπτει τον Χριστό και δεν τον αναγνωρίζει Δημιουργό και Σωτήρα του.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)

<>








“Δεν έχουμε ισχυρή θέληση, γι΄αυτό και παρασυρόμαστε στην αμαρτία. Στη φύση, ποιό είναι ''ισχυρότερο'', το νερό ή η φωτιά; Η μικρή φωτιά, σβήνεται από ένα μπουγέλο νερό. Αν όμως η φωτιά είναι μεγάλη, το μπουγέλο δεν σου κάνει τίποτα. Επομένως, όποιο είναι περισσότερο σε ποσότητα, αυτό είναι και πιο δυνατό. Περισσότερη φωτιά, ανίσχυρο νερό και περισσότερο νερό, ανίσχυρη φωτιά. Γιατί λοιπόν και σε εμάς, να μην είναι περισσότερη η θέληση, στο να αντισταθούμε στην αμαρτία, παρά η τάση μας να αμαρτήσουμε;”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)
<>





“Το ''αμαρτήματα γονέων παιδεύουσι τέκνα'' που αναφέρει ο Μωυσής στην Παλαιά Διαθήκη, ισχύει μόνο για τους αβάπτιστους, αφού οι βαπτισμένοι με το βάπτισμα που τους γίνεται, τους συγχωρούνται τα αμαρτήματα των προπατόρων.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)
<>





“Ο Χριστός δεν κρίνει αυτό καθ΄αυτό το αμάρτημά μας, αλλά την αιτία του αμαρτήματός μας. Κρίνει γιατί αμαρτάνουμε. Για παράδειγμα, κλέβει κάποιος για να ικανοποιεί την φιλενάδα του και κλέβει και ο άλλος, για να πάει καρβέλι στα παιδιά του. Είναι 2 διαφορετικές αιτίες για το ίδιο αμάρτημα και ο Κύριος διαφορετικά θα κρίνει τον έναν από τον άλλον.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)
<>




“Αν κάποιος πιάσει το χέρι σου και το βάλει στην μπρίζα, θα τον δαγκώσεις. Αν κάποιος σου δώσει ένα ποτήρι που περιέχει δηλητήριο, δεν πρόκειται να το βάλεις στο στόμα σου! Αν κάποιος σε δώσει ένα καψίλιο δυναμίτιδος, για να το βάλεις στο στόμα σου, δεν πρόκειται να το βάλεις στο στόμα σου. Η αμαρτία όμως, δεν είναι απλώς ένα καψίλιο που μας παίρνει την πρόσκαιρη ζωή, αλλά μας χαλάει την αιωνιότητα, γιατί μας κόβει κάθε σχέση με το Θεό. Και παρόλα αυτά άνθρωπε, όταν σε μιλά ο διάβολος για την αμαρτία και σε υποβάλλει στην διαφθορά και πάσης φύσεως αμαρτία, τον ακολουθείς με χέρια και με πόδια και του λες και ευχαριστώ. Που είναι η λογική μας, που είναι η ανωτερότητα μας, που είναι η επιτυχία μας; Ο άνθρωπος από κάθε κίνδυνο προστατεύετε στην ζωή του, μόνο από την αμαρτία δεν φυλάγετε.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)

<>





“Στην αρχή οι αμαρτίες είναι, όπως τα αγκάθια την άνοιξη. Αν πάτε σε ένα χωράφι την άνοιξη, ξαπλώνεται ευχαρίστως πάνω στην πρασινάδα. Αν όμως πάτε τον Ιούνιο στο ίδιο μέρος, θα δείτε αγκάθια. Και αυτό το μαλακό χορταράκι της άνοιξης, εξελίχθηκε σε αγκάθια το καλοκαίρι. Έτσι είναι αμαρτία... Από την στιγμή που μπει η αμαρτία στη ζωή του ανθρώπου, η ψυχή του σκληρύνεται.”

- Δημήτριος Παναγόπουλος • Περί Αμαρτίας (https://www.rimata-zois.gr/peri/amartias)
<>




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Total Pageviews

Welcome...! - https://gkiouzelisabeltasos.blogspot.com